Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

ΑΧ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012











































ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΕΔΕΜΙΚΟ

Ένας άγγελος χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας και το ρέμμα στερεμμένο 
σαν πουκάμισο φιδιού μέσα στις πέτρες και ο βράχος καπνισμένος
θαρρείς και κράτησε τον ίσκιο μιας φωτιάς ή αυτού του αγγέλου·
ακόμα η μυρουδιά πυρακτωμένου σίδερου στη μνήμη ακόμα
εκείνος ο αχός μέσα στο αίμα μας·
σάμπως βαθειές ανάσες οι φτερούγες θέριζαν το χρόνο
κι έλαμψαν τα οστά λευκά πάνω στην άβυσσο κι αδιάβαστα
κι άνοιγ’ απάνω ο ουρανός μ’ όλα τα ζώα του και τ’ άστρα,
ζώα πανάρχαια κι άστρα δροσερά μια ευφροσύνη
σαν όπως πριν από τη γνώση πριν από την πτώση,
μέσα στον κήπο του Θεού που ’χ’ ευωδιάσει δροσερή μια πυρκαγιά τον ύπνο
 σου
κοντά στο άσπρο βόδι και στο ζώο του Ήλιου που αναχάραζαν
ενώ το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς
κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα
 φτερά της
και στον αστερισμό του Αιγόκερω η μηλιά γυναίκα και το φίδι
γλιστρώντας στη μασχάλη του δεντρού τινάχτηκε
κι έπεσαν μπόρα τ’ άνθη πάνω σου και ξύπνησες.
                                         Ένας άγγελος
χόρεψε χόρεψε κι έσβησε
αφήνοντας αυτή τη στάχτη ανάμεσά μας μέσα μας παντού
αυτή τη στάχτη.

                                       (Μανθρασπέντα 1977)


6 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
«Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ» (1986)


ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Κοιτάζω στον καθρέφτη θάλασσα
και βλέπω εμένανε το ψάρι.
Κοιτάζω στον καθρέφτη ουρανό
και βλέπω εμένανε τον Ήλιο.
(Φύκια τα σύννεφα και ψάρι ο Ήλιος)
Κοιτάζω στον καθρέφτη ουρανό
και βλέπω εμένανε τα άστρα.
O Γαλαξίας είναι το ποτάμι τ’ ουρανού.
Μέσα στου Γαλαξία τα νερά είμ’ ένα ψάρι.
Μέσα στου Γαλαξία τα νερά
                        ψαρεύω
μ’ ένα Ψ
τον εαυτό μου.



ΑΠΟΓΝΩΣΗ 1983
(Μεγάλη Εβδομάδα)

1
Δάγκωσε η καρδιά μου το αγκίστρι των αγγέλων. Αχ,
στριφογυρίζω, δοκιμάζω
θέσεις και στάσεις, προσπαθώ
μήπως κι αποκολλήσω το αγκίστρι απ’ την καρδιά μου.

Δάγκωσε η καρδιά μου το αγκίστρι των αγγέλων γιατί σκέφτηκα
πως είμαι ο ΙΧΘΥΣ στου Γαλαξία τα νερά.
Ήτανε ύβρις τούτο Κύριε; Ήτανε ύβρις;
Είπα πως είμαι ο ΙΧΘΥΣ στου Γαλαξία τα νερά. Ε, και λοιπόν;
Ήτανε τούτο λόγος για να στείλεις τους αγγέλους σου
να με ψαρέψουν;

2
Πάνω που έδυσε η λευκή σελήνη του FRANOL και βαθιανάσανα και είπα
«δόξα σοι ο Θεός»,
νάτα που ανέτειλαν φεγγάρια νέα στης ζωής μου τον ορίζοντα:
FRIZIUM, VALIUM, TAVOR, LEXOTANIL και MOGADON και RYTHMODAN και
            TENORMIN
Άσπρα και κίτρινα και ροζ και κόκκινα φεγγάρια έχουν μπει σε τροχιά γύρω
            απ’ το νου μου,
φεγγάρια που θα λειώσουν με το φως τους το αγκίστρι σου Θεέ ή θα
 ξεμπλέξουν
των νεύρων μου τους κόμπους. Ω Θεέ
πάρε τα πλούτη και τη δόξα που δεν έχω και
δώσε μου πάλι τη γαλήνη του κορμιού και της ψυχής. Κύριε κάνε το.

3
Και το κρεβάτι που για σένα ήταν ο τόπος της γαλήνης και της έκστασης
έγινε πια του μαρτυρίου σου ο τόπος.
Άστρα με το μαγνήτη σας τραβήξτε τα καρφιά·
το δροσερό σας φως ας γίνει βάλσαμο
ν’ αξιωθώ έξω απ’ το θάνατο τον ύπνο.

4
Άγρυπνο με κρατεί η τρομερή σου παρουσία
η αόρατη.
Από χαρά ή από φόβο αγρυπνώ;
Σ’ έχω μαντέψει σ’ έχω οσφρανθεί από καιρό
πύρινη όψη μου στα σύνορα του χρόνου.

5
Βάδιζα λυπημένος παρά θιν’ αλός. Έβλεπα πέτρες
να λάμπουνε λουσμένες απ’ τη χάρη του νερού και τα μικρά
κρανία των κοχυλιών και τα σκληρά
μαύρα φτερά που ’ναι οι καλύβες των μυδιών.
Βάδιζα και σκεφτόμουν που μ’ αρνήθηκε ο Θεός
κ’ είναι η καρδιά μου καρφωμένη όπως είναι ο άρτος καρφωμένος απ’ τη
            λόγχη στο βωμό
κ’ είναι η ψυχή μου ακήδευτη. Ορφάνια
του έρημου ανθρώπου. Ορφάνια
και θλίψη τ’ άρρωστου κορμιού κοντά στη θάλασσα.

6
«Εν γη αβάτω και ερήμω». Κάπου
το έχω συναντήσει αυτό. Ίσως τότε
λίγων μηνών που πέθαινα και γίνηκα καλά με μία διάβαση. Και τώρα; Ω
δρόμοι του Άθωνα.
Το ξύλο δράκοντας κ’ η κάμπια να κινείται σα σφυγμός.
Δρόμοι φιδοπερπάτητοι, ηλιοπερπάτητοι, πέτρινοι δρόμοι.
Και γύρω η Παναγία Θάλασσα (αχ θάλασσα)
με τον ομφάλιο λώρο της ρυάκι σε πηγή
βαθειά όσο του γιου της η πληγή.

7
Έλα ανθρώπινο κορμί πέρνα επάνω μου
θαυματουργή εικόνα πέρνα επάνω μου
κι απ’ την αρρώστια του θανάτου γιάτρεψέ με.
Έλα ανθρώπινο κορμί, έλα επάνω μου
φέρε τη στύση μου ως τα βάθη του αιδοίου σου
κλείσε με στο λουλούδι σου αιώνιο δέντρο.
 





































ΠΕΡΙΛΥΠΟΣ ΕΣΤΙΝ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΩΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Γιατί σ’ αυτό το αρχαίο αγγείο αγαπιούνται τόσο όμορφα δυο σώματα
περίλυπος εστίιν η ψυχή μου έως θανάτου.

Γιατί σε τούτο το μοτέλ ένα ταξί δαγκώνει αυτό το φέρετρο σα νά ’ναι πούρο
περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.

Γιατί τα σκαλοπάτια ετούτα κατεβαίνουν μέσα στον καθρέφτη φτάνοντας εκεί
που ’ναι θαμμένο το προφίλ του φεγγαριού
περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.

Γιατί στον κόσμο τούτο όλοι έχουνε το σπίτι τους κι εγώ είμαι ο ξένος που
            ’χει χάσει
τη φυλή του και το δρόμο του
περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.

Γιατί περιπλανιέμαι έξω από τη μήτρα σου κι έξω απ’ τον τάφο μου
περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.
Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.


ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ Η ΕΛΑΦΟΣ

Περιστρεφόταν με αχτίνες λαμπερές· δεν ήξερα αν ήταν
λουλούδι ή τροχός. Γύρω η άμμος.
Κ’ ήταν εκεί γυναίκες που για πόδια είχαν σαγόνια κροκοδείλου.
Κι άνοιγαν κι έκλειναν τα πόδια τους που ανάσαιναν το χρόνο.
Κι άσθμαιναν γιατί χρόνος δεν υπήρχε.
Κ’ ήταν χάρτες
τα πρόσωπά τους και φανέρωναν
τη βαναυσότητα που είχαν οι ψυχές τους, ερπετά,
ρίζες, αιλουροειδή, στριμμένα νεύρα που δεν λύγιζαν. Και φεύγω.
Κ’ ήταν εκεί νοσοκομείο. Και ψάχνω: «Πτέρυξ Α΄» «Πτέρυξ Β΄». Στρίβω
μπαίνω στην εκκλησία. Εικόνες, όλο εικόνες, πουθενά
ένας καθρέφτης· πουθενά.
Θέλω την παρουσία μου, την παρουσία μου
ον τρόπον η έλαφος επιποθεί
τας πηγάς των υδάτων.


Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΣΙΩΠΗ

«Θέλω την παρουσία μου, την παρουσία μου
ον τρόπον η έλαφος επιποθεί
τας πηγάς των υδάτων».
Έκραξα μα δεν άκουσα κραυγή. Και σταματώ
μπρος στην Ωραία Πύλη και τραβώντας
του Ιερού το παραπέτασμα προχώρησα
κ’ είδα τα μάγια. Την αχτίδα
που ήταν καρφωμένη στο ψωμί και πιο εκεί
το αίμα του αμπελιού μέσα στο κύπελλο του Ήλιου. Και ψιθύρισα:
«Γιατ’ ήρθες Δέσποινα Ασράχ από τη θάλασσα;
Γιατ’ ήρθες μάνα του Ψαριού;
Μήπως γιατί πεινάς; Τότε να φας.
Μήπως γιατί διψάς; Τότε να πιεις.
Φάε και πιες.
Φάε ψωμί απ’ τα τραπέζια μας και πιες
από τις στάμνες μας κρασί· να, πιες
από ’να κύπελλο χρυσό το αίμα του αμπελιού». Και η Ασράχ
έφαγε κ’ ήπιε.
Έφαγε κ’ ήπιε.  Και ψιθύρισα:
«Θέλω την παρουσία μου». Και όλα
γίναν καθρέφτης μπρος μου. Κι ο καθρέφτης
άλλος δεν ήταν πλην η πρώτη μου σιωπή.


ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

Δεν ξέρω αν είσαι ένα ρυάκι ή ένας άγγελος
που έχει για κορμί του το νερό
κι έχει αντίς για μάτια στις φτερούγες (ή στις όχθες του) λουλούδια.
Δεν ξέρω τίποτε δεν ξέρω κι έτσι πια
όλα κινούνται μέσα μου ελεύθερα. Βαδίζω
αναζητώντας σου το πρόσωπο.
Και φτάνω στην πηγή σου που σαν άγιο
εικόνισμα
την προσκυνώ. Και όπως σκύβω
βλέπω το πρόσωπό μου μ’ ανεμώνες στολισμένο
και το ασπάζομαι
                                    και πίνω.


THE WASTE LAND, 1922

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pendere,
et cum illi pueri dicerent: Σίβυλλα τι θέλεις;
respondebat illa: αποθανείν θέλω!

                          For Ezra Pound
                          il miglior fabbro.

Ι

The Burial of the Dead

April is the cruellest month, breeding
Lilacs out of the dead land, mixing
Memory and desire, stirring
Dull roots with spring rain.
Winter kept us warm, covering
Earth in forgetful snow, feeding
A little life with dried tubers…


Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

        Ι

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χοφγκάρτεν,
Κ’ ήπιαμε καφέ και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.

Και σαν είμαστε παιδιά μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νοιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω σχεδόν όλη νύχτα και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.

Ποιες ρίζες απλώνουνται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του ανθρώπου
Να πεις ή να μαντέψεις δεν μπορείς γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος
Και δεν σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου τούτου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που δρασκελάει πίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει·
Μέσα σε μια χούφτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu
Mein Irisch Kind
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα.»
-Όμως όταν γυρίσαμε στον κήπο των Γυακίνθων
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσαμε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός τη σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Ειν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να τα μαργαριτάρια τα μαργαριτάρια τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια,
Κ εδώ ο Τροχός, εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε στον καιρό μας.


Ανύπαρχτη πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί
δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κιnγκ Ουίλιαμ Στρητ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια!
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί, τον αγαπάει τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα τον ξεχώσει πάλι!
Συ! hypocrite lecteur! –mon semblable,-mon frére!”

_________

*Το ξεκίνημα στ’ αγγλικά και το πρώτο μέρος στα ελληνικά, από την ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ, το αριστούργημα του Τ. Σ. Έλιοτ, που το μετέφερε στα Ελληνικά ο Γιώργος Σεφέρης, άψογα*.
Σα να φυσά ο άνεμος των εποχών και των κόσμων,  κι ακούς μισοκοιμισμένος, μέσα στη μεγάλη βοή, ολοκάθαρα, την κομματιασμένη ιστορία του ανθρώπου, συραμμένη εκεί βαθειά από το στόμα της Σίβυλλας. Λόγια επιφανειακά χωρίς ειρμό, μα βαθύτερα λέγοντας το ανείπωτο…τα πάντα. Ισχύει για το ποίημα τούτο, αυτό που λένε για τη Μαχαμπαράτα: «Εδώ υπάρχει ο μισός κόσμος**. Μα ό, τι δεν υπάρχει εδώ, δεν υπάρχει πουθενά».

______________
*Ενα παράδειγμα

…Where the hermit-thrush sings in the pine trees
Drip drop drip drop drop drop drop

Κι ο Σεφέρης:

…Εκεί που τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ…

Το drip στ’ αγγλικά είναι η σταγόνα και οι πολλές σταγόνες είναι η βροχή. Μα ο ήχος drip drop, λέει μεν για τον Έλληνα κάτι (έχουμε κι εμείς το δρολάπι, υδρο - λαίλαψ), μα επίσης δεν λέει τίποτε. Όμως για τον Άγγλο είναι ο ήχος της σταγόνας μα και η ίδια η σταγόνα, που σαν επαναλαμβάνεται είναι η βροχή… Για τον Έλληνα είναι μόνο ένας ήχος.
Ο Σεφέρης βρίσκει το καταπληκτικό αντίστοιχο, βριξ βροξ. Που είναι πιο δροσερό από το drip drop. Που κατανοεί αμέσως ο Έλληνας συσχετίζοντάς το με τη βροχή (βριξ βροξ), και που συνάμα θα έλεγα είναι ως ήχος κοντύτερα στη φωνή της τσίχλας.

** Κάθε άρωμα, θα έλεγα είναι και μια διαφορετική διάσταση, ένας διαφορετικός κόσμος, ένα σύμπαν.  Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ποιητή. Καθένας τους είναι κι ένα διαφορετικό σύμπαν.




           Η ΚΟΜΠΑΝΙΑ

                      

           Προσέξετε, στη ζωγραφιά του Ιερώνυμου Μπος που ακολουθεί: Πάνω αριστερά, ο Σόιμπλε. Κι όλη η γνωστή κομπανία. Όλες οι φάτσες γνωστές. Χιλιάδες χρόνια τώρα, πάντα οι ίδιοι είναι. Είτε σκοτώνουν σοφούς είτε σκοτώνουν λαούς. Ο Σόιμπλε. Που δήλωσε ότι «Εμείς –οι Γερμανοί- προσπαθήσαμε  να υποδουλώσουμε τον κόσμο στο παρελθόν. Αποτύχαμε. Δεν το επαναλαμβάνουμε».
           Εννοούσε: «…προσπαθήσαμε στο παρελθόν, με τα όπλα, εναντίον των τοκογλύφων. Τώρα το προσπαθούμε διαφορετικά, έχοντας μαζί μας τους τοκογλύφους». Αυτό σκεφτόταν βαθύτερα. Και ήταν χαρούμενος που μαζί με τους τοκογλύφους καταφέρνουν αυτό που δεν κατάφεραν ως σκέτοι ναζί.
            Εννοούσε ακόμη: «Τώρα δεν εκτελούμε τους άμαχους Έλληνες· τους αναγκάζουμε ν’ αυτοκτονήσουν». Και γελούσε. Με την μεθοδευμένη καταστροφή του λαού μας γελούσε. Έχοντας την χαιρέκακη συμπαράσταση των 200 τόσων Γραικύλων, δήθεν «πολιτικών», δήθεν «διανοουμένων», που στην πραγματικότητα είναι η καινούργια φουρνιά πρακτόρων και δοσιλόγων.

         Κοιτάχτε φάτσες, πνευματικά νεκροί, δέρματα ζαρωμένα, μελανιασμένα ή χλομά, γεμάτα σκατά, φθόνο, χαιρεκακία. Οδηγούν τούτη την ώρα τον ελληνικό λαό προς τον Γολγοθά.  
































ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤH
ΕΓΡΑΨΕ ποιητής για ποιητή:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται
ο των αγγέλων βασιλεύς.
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.
Ράπισμα κατεδέξατο
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.
Ήλοις προσηλώθη ο Νυμφίος της Εκκλησίας.
Λόγχη εκεντήθη ο Υιός της Παρθένου.



              



































            «Ράπισμα κατεδέξατο», αυτός που ελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της ιεραρχίας και της ηθικής, και προσπάθησε να τον επαναφέρει στο αρμονικό σώμα του Κόσμου, όπου τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή συνουσία.
           «Ήλοις προσηλώθη ο Νυμφίος της Εκκλησίας», ο Ων ο Ην και ο Εσόμενος, ο Ων ο Ην και ο Εσόμενος, ο Ων ο Ην και ο Εσόμενος, ο Ων ο Ην και ο Εσόμενος, ο Ων ο Ην και ο Εσόμενος... Τίποτε περισσότερο δε φθόνεσαν οι άνθρωποι στον ποιητή, από την ερωτική του κίνηση, που είναι ο ρυθμός της Ζωής. Ακινητοποίηση λοιπόν του Νυμφίου ποιητή, με καρφιά - σιδερένιους φαλλούς, πάνω στο ξύλο του θανάτου.

«Λόγχη εκεντήθη ο Υιός της Παρθένου». Ο φαλλός που δεν τρύπησε την παρθένο, γίνεται λόγχη που τρυπά το σώμα του γιου της. Η λόγχη ανοίγει το σώμα του για να συντελεστεί η δεύτερη γέννηση, η αυτογέννεση. Ο Γιος της αειπάρθενης Φύσης, αυτογεννιέται από την πληγή του, με έναν έρωτα που είναι θυσία, με μια θυσία που είναι έρωτας. Έρωτας και Θάνατος ταυτίζονται εκεί που γεννιέται ο Κύριος του Χρόνου.

ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΣΗΜΕΙΑ (πρώτη έκδοση, 1987)







































ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Με φως μιλώντας άδειασες τον Ήλιο·
τώρα ο ήλιος βρίσκεται σε έκλειψη
κι εσύ το ακάνθινο στεφάνι του φορείς.

             
             ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ να πιούμε έναν καφέ τής είπα και να τραβήξουμ’ έπειτα για Φλώρινα κι από κει αύριο για Πρέσπες.
          Και σταματήσαμε και έστησα τη μηχανή κάτω από τα πλατάνια. Όμως δεν είχε καφενείο εκεί. Κι άκουσα τα νερά του πάρκου. Και πήγα εκεί που με καλούσαν τα νερά, στο συντριβάνι με τους πασσάλους, που έχουν κλώνους από νερό.

          *
            
 
            «Έδεσσα, όνομα δυνατών υδάτων και δροσιάς» σκέφτηκα. Νερά μέσα σ’ αυλάκια σαμαρωμένα με μικρά γεφύρια. Ένας λαός από νερά που τρέχουν μες στ’ αυλάκια τους και σμίγουν εκεί στο τσιμέντινο κανάλι και ήσυχα σαν κοιμισμένα μέσα στο πλήθος τους διαβαίνουν κάτω από τα μαύρα δέντρα του Ιούδα.
               Και η καμπάνα χτυπούσε λυπητερά γιατί ήταν Μεγάλη Παρασκευή απομεσήμερο.
               Και ο λαός μες απ’ τους δρόμους πήγαινε στην εκκλησία όπως τα νερά μες απ’ τ’ αυλάκια τους χύνονταν στο κανάλι.
               Και ήταν το τσιμέντινο κανάλι ένα φέρετρο που είχε μέσα του το σώμα του νερού.
              
          Κ’ ήσαν τα μαύρα δέντρα του Ιούδα ανθισμένα σ’ όλο τους το κορμί και στις μασχάλες τους.Κι έπεφταν άνθη ροζ-μαβιά πάνω στο σώμα του νερού και στο τσιμέντινο φέρετρό του, κάθε που η καμπάνα χτυπούσε ή κάθε που ένα πνεύμα σιγανό περνούσε.




























                           Και τράβηξα προς το ναό, εκεί που πήγαιναν οι άνθρωποι να προσκυνήσουν το νεκρό θεό.
                                   *
              
            Άνθρωποι πολλοί βρίσκονταν μέσα στο ναό και προχωρούσαν σέρνοντας τα πόδια ώσπου φτάναν κι ένας-ένας προσκυνούσαν το νεκρό θεό.
Και πήγα εκεί στα δεξιά και κάθησα σε μια καθέκλα έχοντας πάντα το σακκίδιο περασμένο λοξά στον ώμο.

                                         *
           Είχα χρόνια πολλά να βρεθώ σ’ επιτάφιο. Και τα μύρα των λουλουδιών και τα μικρά παιδιά στα χέρια των μανάδων μού θύμισαν παιδικούς επιτάφιους στα χέρια της μάνας μου.
            Και κοίταζα το πλήθος που έφτανε να προσκυνήσει το νεκρό θεό και τους στρατιώτες που στεκόντουσαν φρουροί και τον κριό του αναλογίου με πόδια λιονταριού, μ’ ένα μικρόφωνο να βγαίνει ανάμεσα στα κέρατά του, σαν ένα μεταλλικό φίδι. Κοίταζα στ’ αριστερά της Ωραίας Πύλης τον Αρχάγγελο του Έρωτα που κρατεί ένα κρίνο και στα δεξιά της Ωραίας Πύλης τον Αρχάγγελο του Θανάτου που κρατεί μια πύρινη ρομφαία. Κοίταζα το λαό συγκινημένος κι αμέτοχος. Κι ένοιωσα τότε πως ήμουν εγώ αυτός ο λαός, η κάθε γυναίκα, το κάθε παιδάκι, ο κάθε γέρος, ο κάθε νέος. Κ’ ήμουν εγώ ο νεκρός θεός που προσκυνούσαν. Κ’ ήμουν εγώ οι στρατιώτες και τα λουλούδια. Κ’ ήμουν εγώ ο ξένος και ο αμέτοχος. Και δεν ήξερε κανείς τίποτε για μένα εκτός από μένα. Κι ένοιωσα να θολώνουν τα μάτια μου και σηκώθηκα και τράβηξα προς τα νερά.


                                        *
              Κι έφτασα στο τσιμέντινο κανάλι κι ακολούθησα το ξόδι του νερού κάτω απ’ τα δέντρα του Ιούδα.
          Και προχωρώντας όλο και περισσότερο άκουγα τα νερά του καταρράχτη. Ο καταρράχτης είναι η ανάσταση των νερών σκέφτηκα. Την ίδια στιγμή η γέννηση και η κηδεία και η ανάσταση των νερών σκέφτηκα.
              Έφτασα πια στα σκαλοπάτια που κατεβαίνουν προς τη σπηλιά και προς τη θέαση του καταρράχτη.
              Και μπήκα στη σπηλιά και προχώρησα αργά προς το βάθος της.
           Και στάθηκα ακίνητος ώρα πολλή στο βάθος της σπηλιάς. Έξω φυσούσε ο χρόνος μα εδώ μες στη σπηλιά τα πάντα ήσαν ακίνητα.
              Και ύστερα προχώρησα να βγω από την άλλη πόρτα της σπηλιάς που έχει κουρτίνα της τον καταρράχτη.
             Και στάθηκα στην πόρτα της σπηλιάς, πίσω απ’ τον καταρράχτη κι αποθαύμαζα το φοβερό πλήθος των αφρισμένων νερών που έπεφταν. Κι αφού η όρασή μου χόρτασε την όψη των νερών, έκλεισα τα μάτια μου για να χαρώ ως τις ρίζες μου το βροντερόδροσο αχό τους. «Και φωνή αυτού ως φωνή υδάτων πολλών» σκεφτόμουν καθώς γινόμουν ένα με τα νερά.
              Και ύστερα προχώρησα προς τα σκαλοπάτια και κατέβηκα χαμηλά για να χαρώ από ανατολάς ολόκληρη την παρουσία του καταρράχτη. Κ’ ήταν ο Ήλιος το πρόσωπο αυτού του όρθιου υδάτινου κορμιού. Ω Φύση, αειπάρθενη μάνα μου.

*
Και είδα και ιδού:
Κορμί είχε ποδήρη καταρράχτη κ’ είχε πρόσωπο τον Ήλιο.
Πάνω στο βράχο επάτει κι απ’ τα πόδια του φυσούσε
άνεμος δυνατός ολόγυρα στα χόρτα και τα χόρτα
πάσχιζαν να τον δουν μα δε μπορούσαν.
Και είδα και ιδού απ’ το υδάτινο κορμί
άχνη κυμάτιζε και να: Ουράνιο τόξο
κράταγε κ’ οι αχτίνες του σα βέλη
ήσαν πάνω στο τόξο του και σκάλα
είδα που ανέβαινε με χρώματα σκαλιά.
Και είδα και ιδού γύρω του βράχοι
κ είχαν στενόμακρα και πράσινα τα γένια τους κ’ η Γη
           κρεμιόταν
με νέρινα σχοινιά από τα πράσινα
γένια των βράχων. Και ιδού
μούσκλα είχαν ντυθεί εκεί τα δέντρα και οι βράχοι
κι έσταζαν οι στιγμές η κάθε μια με το ρυθμό της
γρήγορα, γρηγορότερα, αργά, πολύ αργά
έσταζαν μήτε γρήγορα μήτε αργά
ίσα η κάθε μια με το σφυγμό της έσταζε κι εννόησα το
              χρόνο.
Κ’ ήταν το μαύρο βλέμμα της σπηλιάς
πίσω απ’ όλα τούτα και μας κοίταζε
όλους εμάς που είμασταν στο φως του. Κ’ η σπηλιά
ήταν κρανίο της Γης ήταν ναός
έχοντας για κολόνες σταλαχτίτες και το πράσινο
κάπου και που των πέτρινων
ιερουργών. Και μύριζε
νύστα και υγρασία η σπηλιά και ήταν όλα
πέτρινα και ακίνητα μες στη σπηλιά. Και η σπηλιά
μήτρα και τάφος ήταν για να μπαίνει
(κι ας έχει από πάντα αναστηθεί) αυτός που Ήταν,
που Είναι και που Θα ’ναι στους αιώνες
Λόγος πολλών νερών και σφαιρική
               αχτινωτή Σιωπή.


              
         Βρήκα τη Νίνη. Πιάσαμε ένα ακριβό ξενοδοχείο. Εμείς που μπορούσαμε να μην πιάνουμε ακριβά ξενοδοχεία, εμείς μπορούσαμε να πιάνουμε ακριβά ξενοδοχεία. Πλυθήκαμε, ξεκουραστήκαμε. Και το βράδυ πήγαμε σ’ ένα ακριβό εστιατόριο και παραγγείλαμε ψητό και μπύρα. «Ψητό και μπύρα, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής;» Οι άνθρωποι των άλλων τραπεζιών μας κοίταζαν: «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που θα φέρουν τα σκάνδαλα» είπε ο Ιησούς. Έτσι είπε αυτός που έφερε τα περισσότερα σκάνδαλα, που θέλησε να ψαρέψει ανθρώπους και στο τέλος τον ψάρεψαν οι άνθρωποι. Έτσι είπε ο ΙΧΘΥΣ. Οι άνθρωποι των άλλων τραπεζιών μάς κοίταζαν λοξά γιατί νήστευαν εδώ και δυο μέρες. Όμως εσύ Ιησού ήξερες πως εμείς είχαμε πάνω από τρία χρόνια που δεν αγγίξαμε ούτε κρέας ούτε ψάρι. Εμείς που μπορούσαμε να μην τρώμε, εμείς μπορούσαμε να τρώμε. Ιησού, αποκαλεί ο ένας τον άλλον κύριε ή κυρία, αλλά που είναι κύριοι; Σε τί;
Μίλησα με τη Νίνη. Της είπα για το νεαρό θεό και για το νερό. Για τον καταρράχτη που είναι τα εκατομμύρια σταγόνες και για τον Ήλιο που είναι το πλήθος των άστρων. Της είπα για το θηλυκό νερό και για το αρσενικό φως. Της είπα για τον Ανδρόγυνο. Της είπα για τον Κύριο του χρόνου και τη μέρα του που είναι η Κυριακή.

ΤΑ ΝΕΑ , Μεγάλη Παρασκευή 1985,  και,  ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΣΗΜΕΙΑ,  (1987)








































ΕΠΙΛΟΓΟΣ


ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

Ήρθες.
Αυτή η απόσταση από χώρο κι από χρόνο ήταν σταυρός.
Ήρθες.
Αυτό δεν είναι αγκάλιασμα
είναι
αποκαθήλωση.


ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Ζώντας σε παραμύθια και θρησκείες, περνώντας
μες από θρύλους, πολιτείες και λαούς
άκουσα και για κείνο το γεφύρι που το πλάτος του δεν είναι πιο μεγάλο από την  κόψη ξυραφιού.
Μόνο από κείνο το γεφύρι λένε θα μπορούσες να περάσεις προς το φως.
Κι όπως οι πιο σοφοί εξηγούν
διαβαίνεις το γεφύρι εκείνο μόνο αν ο ίδιος είσαι φως.



_____________________________

ΕΙΚΟΝΕΣ: 1. Μορφή σε τρεις εκδοχές, (Αρχέτυπα, 2001).  2. Primavera, (Αλέξανδρος Μποτιτσέλλι).  3. Ο Άγιος Λύκος (Αρχέτυπα). 4. Προς τον Γολγοθά, (Ιερώνυμος Μπος).  5. Υιός του Ανθρώπου (Αρχέτυπα).  6. Φύλλο δρακοντιάς (Αρχέτυπα). 7. Ανθισμένη κουτσουπιά (το δέντρο του Ιούδα). 8. Καταρράχτης ουράνιων όντων (ή αλλιώς το αγριολούλουδο "απρίλης".