Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

TO «AX» ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 2010





ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ



Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ*

Ποια μουσική φυσά και κυματίζει το σπαθί του Σαιν Μισέλ;
Ω Άγιε Ρεμπώ κι Άγιε Μπος, μα ναι
ξέρουν να ξενυχτούν σ’ ένα «καφέ» , να συζητούν, ατέλειωτα, να συζητούν
όμως κανείς τους δεν λατρεύει τη Μαντόνα Νύχτα
τη Μαύρη Παναγία πού ’χει στο κορμί της τατουάζ αστερισμούς….(ΠΑΡΙΣΙ 1980)


Στις 21 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι λαοί γιόρταζαν το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Όμως οι βόρειοι λαοί που δέχτηκαν όψιμα τον (αλαζονικά και ανόητα) αποκομμένο από τη Φύση χριστιανισμό, ακόμα και σήμερα γιορτάζουν τα Ηλιοστάσια. Είναι δε γι’ αυτούς οι μεγαλύτερες γιορτές του έτους. Όσο για τους ποιητές, όντας παιδιά της Φύσης, πάντοτε γιόρταζαν και γιορτάζουν τα Ηλιοστάσια. Τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Σεφέρη που είναι και η τελευταία του ποιητική συλλογή, ακολουθεί τον ετήσιο κύκλο της Γης γύρω από τον Ήλιο, σταματώντας όμως επίμονα πάνω στους δύο πόλους αυτού του κύκλου, που είναι το Χειμερινό και το Θερινό Ηλιοστάσιο.
Οι πατέρες της Εκκλησίας ήθελαν ν’ αποσπάσουν τους ανθρώπους από τα
φυσικά πράγματα και τις γιορτές που ήσαν βγαλμένες από τη συμπεριφορά της Γης καθώς χορεύει πάνω στον κύκλο του ηλιακού έτους. Έτσι τοποθέτησαν πολύ κοντά στις φυσικές γιορτές τις χριστιανικές γιορτές. Κοντά, όχι πάνω, φοβούμενοι μήπως η αιώνια Φύση αφομοιώσει τα ανθρώπινα κατασκευάσματα. Κοντά, όχι μακριά. Πρώτον, για ν’ αφομοιωθούν οι φυσικές εορτές από τ’ ανθρώπινα κατασκευάσματα και δεύτερο, για να μην νοιώσουν τόσο πολύ αποξενωμένοι οι με τη βία αλλαξοπιστήσαντες, κι επιστρέψουν σ’ αυτό που είναι συνδεμένο με τον Ήλιο, τη Γη, την καρποφορία και το σώμα τους. Αναδιπλώθηκαν οι προσηλυτιστές ως προς την πλήρη κατάργηση των εορτών των βασισμένων πάνω στη σχέση Γης Hλίου. Παραιτήθηκαν από την περιτομή όπως αργότερα παραιτήθηκαν (αφού χύθηκαν ποταμοί αίματος) από την πλήρη κατάργηση των εικόνων. Αναγκάστηκαν ν’ αποδεχτούν τη γιορτή του Κλήδονα (Θερινό Ηλιοστάσιο), όμως πάντα, παίρνοντας όσο μπορούσαν τα μέτρα τους, από τον συκοφαντημένο και στημένο στον τοίχο πια Ελληνισμό. Τη γιορτή αυτή, από ηλιακή, γήινη και σωματική, την μετέτρεψαν σε γιορτή του Άη Γιάννη και την μετέφεραν λίγες μέρες μετά το Θερινό Ηλιοστάσιο.
Και τοποθέτησαν τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου» τέσσερις μέρες μετά την Εαρινή Ισημερία. Και τοποθέτησαν την γέννηση του Χριστού, εννιά μήνες μετά τον Ευαγγελισμό και τέσσερις μέρες μετά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μα πώς να γίνει; Το σύμπαν βασίζεται στους αρχέτυπους νόμους του οι οποίοι με τον καιρό, αφομοιώνουν τα ανθρώπινα κατασκευάσματα και ρυθμίζουν τα πράγματα όχι σύμφωνα με τη θέληση του ανόητου Πενθέα, αλλά σύμφωνα με τις φυσικές δυνάμεις που ενσαρκώνει ο θεός Διόνυσος. Ακόμα και η τεχνολογία δεν μπορεί να ξεφύγει από τ’ αρχέτυπα. Τα αυτοκίνητα μοιάζουν με τετράποδα ζώα· τ’ αεροπλάνα μοιάζουν με ψάρια, πουλιά, φαλλούς· τα ελικόπτερα με ακρίδες και λιμπελούλες· οι πύραυλοι με βέλη, βλήματα ή σπερματοζωάρια.
Μα ας επιστρέψουμε στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο κατά το οποίο οι αρχαίοι γιόρταζαν την είσοδο των θεών στη γήινη κοινότητα.
Κατά το Xειμερινό Ηλιοστάσιο έχουμε την μεγαλύτερη νύχτα του έτους και συνάμα την μικρότερη μέρα του έτους. Μετά από αυτό, αρχίζει να μικραίνει η νύχτα κι αρχίζει να μεγαλώνει η μέρα. Αλλιώς αν το πούμε, κατά το Xειμερινό Hλιοστάσιο, η έγκυος νύχτα γεννάει το νέο φως. Δηλαδή η Παναγία Νύχτα, με το άπειρο πλήθος των άστρων της, γεννά τον Ήλιο-Χριστό. Και πιο ποιητικά: Η ολάνθιστη Σιωπή, γεννά τον Λόγο. Ο Λόγος, άλλο δεν είναι παρά η ενσάρκωση σε ανθρώπινο επίπεδο, της άπειρης, απεριόριστης και ασύλληπτης Σιωπής. Όντως μυστήριο μέγα, αν μυηθούμε πράγματι στη σοφία και δεν παπαγαλίζουμε παραμορφωμένα σπαράγματα, συνδεδεμένα με λήθη, ανοησία, φόβο κ’ υποκρισία.
Όμως ας πάμε για λίγο πίσω στην Ελληνική Μυθολογία, παρακάμπτοντας τον Ησίοδο, που σοφά μιλώντας θέλει τη Νύχτα να γεννά την Μέρα. Ας πάμε πίσω στην Ελληνική Μυθολογία όπου βλέπουμε (το παράξενο για τους εκβαρβαρισμένους Νεοέλληνες), να συνοδεύεται η θεά της σοφίας από ένα πουλί που (οι Νεοέλληνες ξαναλέω) το έχουν συνδέσει με την ανοησία και τις σκοτεινές όψεις του θανάτου. Ακόμα και στα γυμνασιακά καπέλα, μας υποχρέωναν να βάζουμε την κουκουβάγια (από μια τυφλή, φασιστική, επιβαλλόμενη αρχαιολατρία), αλλά κανένας δεν μπορούσε να μας πει γιατί η κουκουβάγια κι όχι ας πούμε το γεράκι ή το χελιδόνι, ο κούκος ή ο αητός. Κανένας. Μόνο η ενσαρκωμένη θεότητα που ονομάζεται Άγγελος Σικελιανός αφήνει έναν υπαινιγμό, αλλά τίποτε άλλο:

Κ’ η γλαυκομάτα, στο γιαλό που αργή μ’ ακολουθούσεν,
ερώτησε, γυρίζοντας την κεφαλή στο κύμα:

Αλήθεια αναγελάσανε την γλαύκα οι χελιδόνες,
τη γλαύκαν οπού απόμεινε στο μέγα φως της μέρας
και χαμοπέταε βουβή απάνω από τ’ αμπέλι,
που και σκυλί θα βαύβιζε το χαμηλό της ίσκιο;
Αλήθεια αναγελάσανε τη γλαύκα οι χελιδόνες
με τις χελιδονίσιες τους χαρές στις κρύες τις αύρες·
Από μπροστά της διάβαιναν, με το φτερό τη ’γγίζαν,
και με συρτούς κελαηδισμούς ψηλά την αναπαίζαν;

Κ’ εφαίνονταν λευκή η οργή στο μέτωπο της Γλαύκης
της Αθηνάς πως το ιερό πουλί καταφρονέθη!

Κι εγώ, που το είδα, απάντησα τον αλαφριό μου λόγο:

Κι αν λαχανιάζει ο κόρακας, γελάει κ’ η χελιδόνα,
πάντα η ελιά θάν’ ιερή και στον αιώνα η γλαύκα
μαζί μ’ εμάς θε να κοιτάει στυλά τις θείες εσπέρες….

Μόνο αυτός ο υπαινικτικός σύνδεσμος της κουκουβάγιας με τις «θείες εσπέρες». Μέχρι να δημοσιευτεί (δεκαετία του ’80) σΤΟ ΒΗΜΑ και ύστερα στο βιβλίο ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΣΗΜΕΙΑ, το εξής:
«Κανείς δεν εννοεί πια γιατί η Αθηνά, η θεά της σοφίας, έχει έμβλημά της την κουκουβάγια. Έχει εντελώς λησμονηθεί πως η κουκουβάγια όντας πουλί της νύχτας συμβολίζει την απέραντη σοφία. Η μέρα μας κλείνει στον πλανη-τικό χώρο, ενώ η νύχτα μας ανοίγει προς το άπειρο, προς την αρχέγονη Μάνα Νύχτα, την ανθισμένη με εκατομμύρια ήλιους»
Κι αργότερα στο βιβλίο ΤΟ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ:
«Παρακολουθούσα σε περιοδικό έρευνας τις γελοίες ερμηνείες και εικασίες γύρω από το τι μπορεί να σημαίνουν οι Μαύρες Παναγίες της Ευρώπης. Κανένας δεν έβλεπε το απλούστατο, παρόλο που οι μαύρες αυτές Παναγίες έχουν στολισμένη τη μαυράδα τους με άστρα. Κανένας δεν διέγνωσε σ’ αυτές την απεικόνιση και λατρεία της Παναγίας Νύχτας. Γιατί η πραγματική Παναγία είναι η Απειροσύνη και η Απειροσύνη μόνο μέσα στην αστροπρόσωπη νύχτα μπορεί να ειδωθεί. Είναι ο ίδιος λόγος που η Αθηνά συνοδεύεται από το πουλί της νύχτας, την κουκουβάγια, αφού η θεϊκή σοφία, ως εκδήλωση ορατή (που ελάχιστη σχέση έχει με την πλανητική μέρα) μόνο στην απειροσύνη της νύχτας μπορεί να ειδωθεί».

Κρατικό Ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης, 1988, και HELLASgr, ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ του 2010


_______________
* Το κείμενο τούτο αφιερώνεται στη θεά Μνημοσύνη (την α-λήθη, αλήθεια). Κι ακόμη,
1): Στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο που τον δολοφόνησαν Έλληνες τραμπουκοφασίστες στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 2008, μόνο και μόνο γιατί ήταν έφηβος και φερόταν ως έφηβος, και
2): Στον Αριστοτέλη Γκούμα που τον δολοφόνησαν Αλβανοί φασιστοτραμπούκοι στη Χειμάρρα τον Αύγουστο του 2010, μόνο και μόνο γιατί μιλούσε στη γλώσσα του, τη γλώσσα του Αριστοτέλη και του Ελύτη, τη γλώσσα που μιλούσαν για χιλιετίες οι πρόγονοί του στον τόπο αυτό. Τέλος
3) Στη σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη που μοιάζει να μην την άκουσαν, να μην την είδαν, επειδή προαποφασισμένο το έγκλημα। Και δικαιολογημένο (το έγκλημα) γιατί τάχαμου, οι κουμπάροι του Βοσκόπουλου και συνοδοιπόροι του βασανιστή Μπους, είναι ικανοί να συλλάβουν, για την Ελλάδα και για όλο τον κόσμο, πράγματα που ο Μίκης και οι ποιητές μας, αδυνατούν να συλλάβουν. Κούνια που τους κούναγε γαμώ το καντήλι τους।











ΕΙΔΗΣΕΙΣ:


Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Γραμμένου, Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ. Εξαίρετη εργασία. Από της εκδόσεις της Θεσσαλονίκης ΖΗΤΡΟΣ.

*

Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γιάννη Ταχόπουλου,
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ.

ΣΧΟΛΙΟ:

Ένα βιβλίο που βεβαίως δεν θα κάνει τους συνειδητά κακοπροαίρετους «αποδομητές» ν’ αλλάξουν «γνώμη». (Συμπλεγματικοί, ψεύτικοι, χαιρέκακοι, δίγλωσσοι· ύπουλες, δυστυχισμένες μετριότητες, που άλλα σκέφτονται κι άλλα λένε πως σκέφτονται. Ξέρετε ανάμεσά τους κάποιον μεγάλο; Κάποιον εννοώ που να μας έχει δώσει μεγάλο, αληθινό, λυτρωτικό έργο; Εγώ πάντως δεν ξέρω).
Άχρηστο λοιπόν για τους «αποδομητές» το βιβλίο αυτό. Μπορεί όμως να δυναμώσει μ’ εξαίρετες πληροφορίες και ντοκουμέντα ατράνταχτα, τους καλοπροαίρετους, που μαζί με όλους τους μεγάλους μας* (και τους μεγάλους όλου του κόσμου) βλέπουν το καταφανές, ότι δηλαδή δεν είμαστε οι σύγχρονοι Έλληνες, το μετά την Επανάσταση, δύο αιώνων, κρατικό μόρφωμα, αλλά (μαζί με τους Κινέζους και τους Ινδούς) ένα έθνος συνεχές και αδιάκοπο για τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Τι να κάνουμε; Πικρότατο ποτό η αλήθεια για τους κακοπροαίρετους και τους άδικους· μα για τους δίκαιους και τους καλοπροαίρετους, νέκταρ.


___________
* …Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Καζαντζάκης, Σικελιανός, Καρυωτάκης, Βάρναλης, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Βρεττάκος, Καββαδίας,Γκάτσος...


*

Κυκλοφόρησε το συλλογικό βιβλίο Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος. Εκδόσεις Jazz-iki. Βιβλίο εξαίρετο. Ταλέντο, χιούμορ, θυμός, συγκρούσεις της κρατικής αθλιότητας με την παιδική και την εφηβική αθωότητα. Συν-χαίρω*.

Οι αντιρρήσεις μου
(που δεν έχουν να κάνουν ειδικά με το εξαίρετο αυτό βιβλίο, αλλά γενικότερα με τους εραστές των ωραίων ελληνικών):
1. Το «Ιούνης» ανήκε κάποτε στη γλώσσα της αριστεράς, (ο λαός τον έλεγε «Θεριστή»). Τώρα, μετά τη νομιμοποίηση (επισημοποίηση) της δημοτικής, η γλώσσα πέρασε στoυς Γραμματικούς και στα κομματικά εργαστήρια, (στους πλέον άσχετους και κάποτε κακόβουλους δηλαδή) , ενώ πάντα ήταν υπόθεση του λαού και των ποιητών. Το «Ιούνης» είναι παρωχημένο. Κανένας άνθρωπος του λαού δεν λέει «Ιούνης». Μόνο οι κομματικοί επιμένουν σ’ αυτό. Οι άλλοι, απλά, λένε «Ιούνιος». Μα γίνεται να σε κάνει το «Ιούνης» αριστερό από μόνο του; Θέλω τον αριστερό (ή τον αναρχικό), κάτοχο της υψηλότερης δυνατής παιδείας, κινούμενο στο ανώτερο πνευματικό επίπεδο, εκεί όπου η αισθητική και η δικαιοσύνη ταυτίζονται. Αλλιώς;

2. «Τα καθήκοντά του». Χωρίς αυτό τον δεύτερο τόνο εδώ, νοιώθω να πέφτω στο κενό, να αιωρούμαι, νοιώθω άσχημα. Όπως χορευτής που ενώ χόρευε, ένοιωσε ζάλη, σα να τον χτύπησε ξάφνου ένα μικρό εγκεφαλικό.


______________
* Συν-χαίρω (χαίρομαι μαζί σου), συ (ν)-λυπούμαι (λυπούμαι μαζί σου) είναι το σωστό. Κι όχι «σε συνχαίρω», «σε συλλυπούμαι».





ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ


Όταν ο Walt Witman κυκλοφόρησε τα Φύλλα Χλόης, εφημερίδες, περιοδικά, κριτικοί και θρησκευτικές οργανώσεις, τον λοιδορούσαν, τον απειλούσαν με μηνύσεις, για προσβολή της δημοσίας αιδούς και των χρηστών ηθών. Μέσα σ’ αυτή τη γενική κατακραυγή, υπήρξε και μία εξαίρεση. Ο διάσημος φιλόσοφος Έμερσον, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με τα Φύλλα Χλόης, ώστε να γράψει μεταξύ άλλων ότι «η Αμερική, επί τέλους, απέκτησε μέγιστο, ισόθεο ποιητή…».
Πέρασαν χρόνια. Το έργο του Ουίτμαν απέκτησε φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Έφτασε στην 7η έκδοσή του, χωρίς ποτέ να κυκλοφορήσει από εκδοτικό οίκο. Όταν κάποιος εκδότης ενδιαφερόταν για τα Φύλλα Χλόης, δεχόταν απειλές, εκβιασμούς, εκφοβισμούς και υποχωρούσε. Έτσι την κάθε έκδοση την ανελάμβανε πάντα ο ίδιος ο ποιητής και την διεκπεραίωνε με την οικονομική βοήθεια των φίλων του.
Λίγο πριν την 7η έκδοση, τον επισκέφτηκε ο Έμερσον και τον παρακάλεσε ν’ αφαιρέσει από το έργο του τις είκοσι, τις τριάντα εκείνες σελίδες, που παρασύρουν και το υπόλοιπο έργο στην απαξίωση και την κατακραυγή. Άλλωστε οι ηθικιστές κάτεχαν «θέσεις κλειδιά» στην κοινωνία κι εμπόδιζαν την κανονική και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των Φύλλων Χλόης.
Ο Ουίτμαν ευχαρίστησε τον Έμερσον για το ότι στάθηκε από την πρώτη στιγμή με γενναιότητα στο πλευρό του· όμως απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο να αυτολογοκριθεί. Τότε ο Έμερσον του είπε: «αυτό ήθελα ν’ ακούσω από σένα· αν δεχόσουν την προτροπή μου, θα με λυπούσες πολύ, θα με απογοήτευες».




*

Συχνά όταν έχω να κάνω με το πρόβλημα της ελευθερίας στη ζωή και στην έκφραση, θυμούμαι την φράση του Αλμπέρ Καμύ, από μια συνέντευξή του, «νοιώθω σαν Έλληνας ανάμεσα σε χριστιανούς».
Οι Έλληνες, ζώντας σ’ αυτή τη διαφάνεια, τίποτε δεν μπορούσαν να αγνοήσουν, να κάμουν πως δεν το βλέπουν και να μην του δώσουν όνομα. Μάλιστα δε, το ίδιο πράγμα στην ελληνική γλώσσα, συμβαίνει κάποτε να έχει διάφορες ονομασίες, από την ανάγκη της ακριβολογίας, αφού το ίδιο πράγμα είναι συνάμα διαφορετικό, ανάλογα με την περίπτωση, ανάλογα με τη λειτουργία του.
Οι νεότεροι Έλληνες, έχοντας γνωρίσει σκλαβιές, και στην εποχή μας υποφέροντας κάτω από τον ζυγό του χριστιανοφασισμού και του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, για ν’ αποφύγουν την ονομασία των ερωτικών οργάνων (κυρίως των αρσενικών) κατέφυγαν στη λέξη «αμελέτητα», (που δεν μελετιούνται, που δεν έχουν όνομα). Όχι χωρίς κάποια ειρωνεία, αφού και η λέξη «αμελέτητα» διάβολε, είναι κι αυτή ένα όνομα, είναι κι αυτή εντέλει ένα όνομα των ερωτικών οργάνων.

«Μπορείς να γίνεις αρχαίος, και μάλιστα, τόσο αρχαίος, όσο εσύ επιθυμείς» λέει ο Ρεμπώ. Επειδή, τίποτε πιο σύγχρονο (πιο μοντέρνο) από το να βρεις τον πρωταρχικό σου εαυτό. Που θα πει, αν το περιβάλλον σου αποτελείται από ηλίθιους υποκριτές, άλλαξέ το. Κάνε παρέα μ’ εκείνους του συναφιού σου, εκείνους που έφτιαξαν τα πέτρινα ερωτικά συμπλέγματα στους ναούς της Ινδίας. Κάνε παρέα με τους Κινέζους ταοϊστές και τις πλήρως ερωτικές ζωγραφιές τους. Κάνε παρέα με τους αρχαίους Έλληνες, γλύπτες, αγγειογράφους, ποιητές, φιλοσόφους. Κάνε παρέα με τον Ιερώνυμο Μπος, με τον Πικάσσο, με τους ποιητές όλων των χωρών κι όλων των εποχών. Κάνε παρέα τέλος με τον γυμνό αρχέγονο εαυτό σου. (Είναι τυχαίο που ο Ιησούς μισούσε τους υποκριτές;). Φανερώσου, έτσι, ουράνιος, όπως είσαι (και η Γη ένα ολόγυμνο ουράνιο σώμα είναι). Πήγαινε με τον Διόνυσο (που εκπροσωπεί τους φυσικούς νόμους) κι όχι με τον Πενθέα (που εκπροσωπεί τους κοινωνικούς νόμους). Ό, τι σου έδωσε το Σύμπαν μην αφήσεις κανένα «κοινωνικό φορέα» να σου το αφαιρέσει. Μην αφήσεις κανέναν να σου πάρει, αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει. Και βέβαια, μη δεχτείς συμβιβασμούς, καλύμματα, μέσα σε γενικότητες. Αυτό ίσως (συν τοις άλλοις) έκανε τον Ελύτη να μου γράψει το 1988, όταν κάποιοι μου έκαναν επίθεση για τη σάτιρα και την αθυροστομία που περιείχαν μερικά ποιήματά μου: «Δούλευε και μην ακούς κανένα. Σου σφίγγω το χέρι με αγάπη». Κι ο Λόρκα; «Πρέπει να είσαι θρήσκος και ιερόσυλος. Να συνδυάζεις τον μυστικισμό ενός αυστηρού γοτθικού ναού και το θαύμα της παγανιστικής Ελλάδας, Να τα βλέπεις όλα. Να τα νοιώθεις όλα».

Αλλά ιδού μια συζήτηση με Λευκάδιο φίλο που πήρε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών τα τελευταία χρόνια:
-«Βρε Γιάννη, αν έβγαζες από τα βιβλία σου μερικά ερωτικά ποιήματα πολύ τολμηρά…Αν δεν είχες εκείνο το ποίημα που συγκαταλέγει ανάμεσα στους κηφήνες του τόπου και τους ακαδημαϊκούς, θα είχες πάρει το βραβείο της Ακαδημίας εδώ και χρόνια. Κι όχι πως αυτό θα σου απέδιδε τιμή. Τιμή για σένα είναι ο θαυμασμός τόσων και τόσων, η αγάπη προς το έργο σου ενός Γκάτσου, ενός Χατζηδάκη, ενός Ρίτσου, ενός Ελύτη, της σημερινής νεολαίας… Δεν είναι η τιμή τους που χρειάζεσαι. Τα χρήματα του βραβείου τους γαμώτο χρειάζεσαι…».
-«Κι όμως» του είπα. «ο Βρεττάκος ήταν ακαδημαϊκός όταν μου τηλεφώνησε. Ήξερε το ποίημα που λες κι ακόμα ήξερε τα τολμηρά μου ερωτικά ποιήματα. Μου τηλεφώνησε και μου είπε:
-«Νικηφόρος Βρεττάκος εδώ. Κύριε Υφαντή δεν μου στέλνετε ποτέ τα βιβλία σας, αλλά τούτο δεν πειράζει, εγώ σας αγαπώ πολύ, αγαπώ πολύ τα ποιήματά σας».
-«Το ότι δεν σας στέλνω τα βιβλία μου» του είπα «δεν σημαίνει πως δεν σας εκτιμώ, πως δεν αγαπώ το έργο σας. Ξέρω ποιήματά σας απ’ έξω. Από δεκατριώ χρονώ: «Δεν υπάρχουνε σκάλες να κατέβει κανείς / ως εκεί που ταράζεται του ανθρώπου ο πυρήνας. / Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη…». Κι ακόμη ένας από τους πιο έξοχους στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ από ανθρώπινο χέρι: «Τ’ όνομά σου ένα ελάφι βουλιαγμένο ως το γόνατο / σε μιαν άμπωτη ήλιου..».
Κι όμως, εν μέρει, έλεγα ψέμματα. Αγαπούσα πολύ το έργο του Βρεττάκου. Αλλά, δεν του έστελνα τα βιβλία μου ακριβώς επειδή αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει ακαδημαϊκός. Με το να δεχτεί, ήταν σα να γινόταν η βιτρίνα τους πίσω απ’ την οποία έκρυβαν την απραξία τους, κι ακόμη, την ανοχή τους είτε την επιβράβευση της δικτατορίας… Έκανα βεβαίως λάθος. Ο Βρεττάκος μπαίνοντας στην Ακαδημία, δεν υπετάχθη σ’ αυτήν… Μοναδική περίπτωση. Υπέταξε αυτός την Ακαδημία στον ποιητή. Απόδειξη πως επέβαλε στην Ακαδημία να βραβεύσει ποιητές που είτε δεν τους ήξεραν (οι ακαδημαϊκοί) είτε τους εύρισκαν ενοχλητικούς έως επικίνδυνους. Αυτά τα πληροφορήθηκα αργότερα…».
-«Εν πάση περιπτώσει» μου είπε ο Βρεττάκος, «εγώ Γιάννη μου δεν σου τηλεφωνώ για να σου εκφράσω τα παράπονά μου. Είναι που θέλω να σε προτείνω στην Ακαδημία για βράβευση. Και δεν θέλω να ντροπιαστώ. Θα δεχόσουν ένα βραβείο από την Ακαδημία;»
-«Όταν με προτείνει ο Νικηφόρος θα μπορούσα να πω όχι;» του απάντησα.
-«Εντάξει Γιάννη μου, σ’ ευχαριστώ». Ήταν τα τελευταία λόγια του Βρεττάκου…Ήταν τα τελευταία λόγια του Βρεττάκου προς εμένα. Δεν πρόλαβε να με προτείνει στην Ακαδημία. Μια εβδομάδα αργότερα αρρώστησε. Και πάνω στις δέκα μέρες πέθανε…
Όσο για τα χρήματα που είπες, ναι. Το ελληνικό κράτος μου χρωστάει. Από δύο χρονώ παιδί εργάστηκα στα καπνά. Για είκοσι χρόνια. Η οικογένειά μου δούλευε σαν τους νέγρους στις φυτείες του καφέ…Για να ταΐζει την Αγροτική Τράπεζα και τους διορισμένους από… τον Πάγκαλο. Και να φυλάγω πρόβατα μέσα στις παγωνιές… Και να έχω οξείς ρευματισμούς στα οχτώ χρόνια μου… Και βρογχικό άσθμα στα δεκαεφτά μου… Κι αργότερα, η προσφορά μου στον πολιτισμό… Λίγο είναι να δώσεις κάπου 12 εξαίρετα βιβλία; Μα εγώ είμαι ο πολιτισμός κι όχι αυτοί του Υπουργείου με τις πίπες και τις μίζες γαμώ το καντήλι τους…Ε, ναι. Κανείς δεν θα μου βουλώσει το στόμα με τον μπαμπούλα της σεμνότητας. Και δεν ξέρω κανέναν μέσα στην ιστορία, απ’ όσους θαυμάζω κι αγαπώ (Όμηρος, Ηράκλειτος, Διογένης, Ιησούς, Βιάσα, Ρεμπώ, Ουίτμαν, Νίτσε, Πικάσσο…) που να υπέταξαν την αυτογνωσία τους και την παρρησία τους στην υστερόβουλη «σεμνότητα» των κουτοπόνηρων. Αν σωπάσω εγώ, είναι σα να εγκρίνω την πονηρή, τη δόλια σιωπή τους για μένα… Από δύο χρονώ παιδί το κράτος με κλέβει. Και ούτε δραχμή δεν μου επέστρεψε…
Όμως, από την άλλη, η ζωή, ενώ υπήρξε άφθονη σε όλα προς εμένα, υπήρξε τσιγκούνικη μαζί μου πάντα, μα πάντα, ως προς το οικονομικό. Κι όταν κάποια στιγμή συμβεί να πάρω μερικά χρήματα στα χέρια μου, αυτομάτως μου φεύγουν ξανά, (μου χαλά το αυτοκίνητο, κάποιος αρρωσταίνει, κάποιος τα χρειάζεται επειγόντως) κάτι συμβαίνει και τα δίνω αμέσως… Φαίνεται πως η προσευχή του Σωκράτη προς τον Πάνα να τον κρατήσει πάντα φτωχό, περιέργως συμπεριέλαβε κι εμένα. Ή μήπως, ενδομύχως, κρυφά κι από τον ίδιο μου τον εαυτό, ζήτησα κι εγώ από τον Πάνα, να με κρατήσει φτωχό;».


*

TO ΠNEYMA
(H ποίηση στην ανθρώπινη ιστορία· ποίημα-δοκίμιο· μιλά ο Παν)




Oι ποιητές άλλο δεν είναι παρά κύματα
του ωκεανού που τ’ όνομά του είναι Πνεύμα.

Oι πρώτοι ποιητές γράφαν με κτήρια, με σπηλιές
(ναούς μικρογραφίες του σύμπαντος) με πράξεις
συμβολικές, με παραστάσεις, με χορούς.
Γράφαν τα μυστικά του σύμπαντος
που βίωσαν στο βίο τους και στη βία.
Έτσι γενήκαν τα μυστήρια που είναι
τα αρχαιότερα γραφτά των ποιητών.

Ύστερα από κάθε ποιητή βεβαίως
αναλαμβάναν τα μυστήρια οπαδοί.
Και μη βιώνοντας αυτοί τα όσα βίωσε
ο ποιητής, ελησμονιόταν
γενιά με τη γενιά, των μυστηρίων η σημασία.
Έμεν’ ο τύπος μόνο που γινόταν
χτήμα της εξουσίας. Ή και κάποτε
αλλοιωνότανε ακόμα και ο τύπος, αναλόγως
με το συμφέρον των κατόχων του ναού
πού ’χτισ’ ο ποιητής για να μπορέσει
να καταγράψει εκεί την οικουμένη.
Kι ερχόταν κάποτε ο νέος ποιητής,
(ένα απ’ τα πολλά ονόματα και πρόσωπα
του ενός και μόνου ποιητή που ’ναι το Πνεύμα).
Όμως οι ιερείς δεν τον ενέκριναν
δεν τον αναγνωρίζαν επειδή
πάντα αναγνωρίζεται κανείς,
μόνο και μόνο απ’ τους ομοίους του.
Κίνδυνος ήτανε γι’ αυτούς ο ποιητής. Xαλούσε
τη βολική εξουσία τους, τη βολική ερμηνεία τους, χαλούσε
τη βολική τους εκμετάλλευση, τον πλούτο τους.
Συκοφαντώντας τον και διασύροντάς τον
οι ιερείς εξόριζαν ή σκότωναν
τον νέο ποιητή, και μόνο πάνω
στο αίμα της θυσίας ξαναχτίζονταν
ο νέος ναός-μικρογραφία του Kόσμου.

K’ ύστερα εφευρέθη η γραφή. Αυτό το γρ
πάνω στην πέτρα, στον πηλό, στο δέρμα ή στο ξύλο,
στον πάπυρο, στο πέιπαρ, στο παπύρ και στο παπγιέ
ή στο χαρτί.
Γραφή με σφήνα και σφυρί, με το χαράκι, το καλάμι, το φτερό, την πένα, το
στυλό
με την τελεία που κυλά φκιάχνοντας γράμματα.

Oι ποιητές ανέκαθεν, πριν τη γραφή,
κ’ ύστερα, υπαρχούσης της γραφής,
πάντα απήγγελαν το έργο τους, στο θέατρο,
γύρω απ’ την εστία και κυρίως
στης αγοράς το βήμα. Και το βήμα
σήμερα είναι η τηλεόραση. Και ζεις
στην εποχή της τηλεόρασης. Kι αντίς
αυτή να ’ναι το βήμα σου, απ’ όπου
θα λες την ποίησή σου να μοιράζεσαι
με τους ανθρώπους όσα γράφεις κι όσα σκέφτεσαι
οι πονηροί ιερείς και οι οπαδοί τους
παιδιά εκείνων που ανέκαθεν σκοτώναν ποιητές
οι πονηροί ιερείς της εποχής σου
(οι νεοβάρβαροι που τρέμουν την αλήθεια,
την ομορφιά του ποιητή, τη δύναμη του)
κλείνουν το στόμα σου, το βήμα σού στερούν.
Kι έχουν τον τρόπο τους καθώς είν’ ενταγμένοι
στο σύστημα που πάντα προωθεί
τις μετριότητες που εύκολα
εξαγοράζονται, υποκύπτουν και ελέγχονται.
Βεβαίως το σύστημα ως είναι πονηρό
δεν προωθεί μονάχα τους μετρίους
αλλά και τους καλούς γιατί μ’ αυτούς
φκιάχνει το φράχτη εκείνον ή τον τοίχο
πίσω απ’ τον οποίο εξοντώνει
με πλήρη άνεση, τους πράγματι (ω ναι)
επικινδύνους για το σύστημα: Τους άριστους.

Δεν ξέρω (ας καμωθώ ότι δεν ξέρω)
αν είσαι άριστος. Eκείνο
που ξέρω είναι πως το σύστημα
χίλιες φορές σού έστησε καρτέρι,
κι αν του ξέφυγες,
είναι γιατ’ είσ’ εκείνος ο πολύτροπος
Έλληνας που ονομάζεται Κανένας.

Μα αν ακόμα υπάρχουν ποιητές
είναι γιατί συνδέονται μ’ εκείνο
το μέγα σύστημα του σύμπαντος
μπρος στο οποίο τα καμωμένα
από την απληστία και την άγνοια
ανθρώπινα συστήματα, είν’ αδύναμα,
παροδικά, ανίσχυρα, γελοία.

Kι αυτό γνωρίζοντάς το ο Pεμπώ
(ενσάρκωση λαμπρή που είχε φτάσει στην ουσία)
είπε πως κατά βάθος, κι ας μη φαίνεται,
μόνο το Πνεύμα έχει εξουσία.

HELLASgr, Νοέμβρης του 2010




ΕΙΔΗΣΕΙΣ:


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ, (Εκδόσεις ΑΧ 2009): Ένας τόμος 530 σελίδων, σχ. 21 επί 14, που περιέχει το καθαρά ποιητικό έργο του Γιάννη Υφαντή, δηλαδή τις επτά ποιητικές συλλογές του:


Μανθρασπέντα, Ο καθρέφτης του Πρωτέα, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου, Ναός του Κόσμου, Έρως ανίκατε μάχαν, Μάσκες του Τίποτε, Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων.

Το βιβλίο αυτό, αντίθετα με όλα τ’ άλλα βιβλία του Γ. Υ., δεν κυκλοφόρησε από εκδοτικό οίκο, (μεγάλη ιστορία που την παραμερίζουμε επί του παρόντος) γι’ αυτό και είναι δύσκολο να το βρείτε στα βιβλιοπωλεία.

Όσοι ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν* μπορούν να το ζητήσουν στο mail:
yannisyfantis@yahoo.gr και θα το παραλάβουν στη διεύθυνσή
τους είτε στο ταχυδρομείο τους καταβάλλοντας (αντικαταβολή) το ποσό των 15 ευρώ.





ΩΣ ΔΕΙΓΜΑ, ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΥΛΛΟΓΗ:


Από τη συλλογή ΜΑΝΘΡΑΣΠΕΝΤΑ (1977):

ΣΟΜΠΑ

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του Άγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α,Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα
Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.

40 Εκκλησιές, Νοέμβρης του 1974



Από τη συλλογή Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ (1986):


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1981
(Όλυμπος-Πέλλα-Θεσσαλονίκη)

Και σταματήσαμε στις σιδερογραμμές
μπρος στα φανάρια που αναβόσβηναν σα μάτια
ιέρακα ιερού των Αιγυπτίων ενώ το τρένο
έρχονταν με σφυρίγματα και θόρυβο·
δράκοντας σιδερένιος. Έφτασε.
Περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά. Πέρασε, πάει, μια
ολόκληρη εποχή
παράθυρα οι μέρες και βαγόνια οι μήνες μια ολόκληρη εποχή
απομακρύνονταν στον κάμπο αφήνοντάς μας
κάτω απ’ τα μάτια του ιέρακα του φύλακα
σ’ αυτή τη χρονική διατομή ενώ ο Ήλιος
κοίταζε μαντικά γιατί μπροστά μας μες στον κάμπο
οι δρόμοι ήσαν γραμμές ενός χεριού. Άνοιξες γκαζ
και φεύγαμε καβάλα στη ΥΑΜΑΗΑ μας
προς το ποτάμι.
Και φτάσαμε εκεί που το ποτάμι είναι χέρι και φορεί
τη γέφυρα ρολόι. Κ’ η τσιγγάνα
ήταν στην όχθη εκεί του πόταμού κοντά στη γέφυρα. Σταμάτησες.
Και κοίταζε στο χέρι σου η τσιγγάνα τις γραμμές που σαν ποτάμια
πηγάζουν και διαβαίνουνε ανάμεσα
στα όρη της παλάμης πριν εκβάλουν. Κ’ η τσιγγάνα
-μπορεί κ’ η ίδια σου η ψυχή καθρεφτισμένη μες στη μέρα- η τσιγγάνα
ήταν ντυμένη με τα χρώματα της τράπουλας και είχε
στο δάχτυλό της το χρυσό αριθμό,
θέλω να πω,
το δαχτυλίδι που ο τσιγγάνος βασιλιάς
ψάρεψε όταν έριξε το αγκίστρι του
στο Γαλαξία.



Από την συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΕΝΤΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ:


Ω ΚΟΚΚΟΡΑ

Ω κόκκορα, ω κράχτη της αυγής
ω ηλιοφόρε και πτηνόμορφε τοξότη.
Οι βασιλιάδες σε μιμήθηκαν
βάζοντας στο κεφάλι τους επάνω την κορώνα σου
κι έχοντας για σπιρούνια των ποδιών σου τα πιρούνια.
Κόκκορα πάντα σου κρατείς
τη μυστική σου εκείνη σχέση με το χρόνο και τον Ήλιο;
Λέγε στους κριτικούς ότι ξοφλήσανε.
Λέγε στους χούλιγκαν πως είναι ντεμοντέ.
Κόκκορα είσαι το βουνό που έχει για ουρά το ουράνιο τόξο και κεφάλι του τον Ήλιο;
Κόκκορα το λειρί σου μοιάζει με τ’ αρχίδια του Θεού και με τα γένια του Διαβόλου.
Κόκκορα τα παιδιά σε ζωγραφίζουνε γυμνό.
Κόκκορα τα παιδιά του σωληνάριου σ’ έχουν δει μονάχα στο τσιγκέλι ή στην κατάψυξη.
Κόκκορα άσχημα την έχουμε.
Οι κακογαμημένοι θέλουν να μας σφάξουν.
Κόκκορα ο Νίτσε τούς χαστούκισε.
Κόκκορα πώς φοβούνται το φαλλό.
Κόκκορα οι έμποροι μισούν τους ποιητές.
Κόκκορα καταστρέφουν τον αέρα, τα νερά, τα δάση, το κορμί, την ομορφιά
για να γυρεύουμε την έκσταση στην «άσπρη» τους.
Κόκκορα είσαι λέκτωρ ή αλέκτωρ;
Κόκκορα θα ζητήσουμε και σύνταξη;
Θα βγούμε και οι δυο μαζί στην τηλεόραση;
Θα μας αφήσουν;


Υ.Γ.
Κόκκορα κάποιοι θέλουν να μην έχει πια φωνή αυτός ο τόπος.


Από τη συλλογή ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1996):


EPXOMAI

Δεν ξέρω αν ο Pίτσος ή ο Όμηρος
είναι που μ’ έπεισε να μπω στον Δούρειο Ίππο
έχοντας μόνο ένα σπαθί κι έναν καθρέφτη.

Έρχομαι από την έρημο εκεί όπου η άμμος
είναι η συντριβή κάθε μορφής.

Έρχομαι από τις Άρκτους, κουβαλώντας
ένα τσουβάλι άστρα και κρατώντας
στο χέρι μου μια μάσκα φεγγαριού.

Έρχομαι απ’ το καλύβι το πλεγμένο μ’ αστραπόκλαδα.
Έρχομαι από ’να σπίτι καμωμένο από καθρέφτες.

Έρχομαι απ’ το φαράγγι το κυρτό όπως σπαθί
μισό από χιόνι και μισό από λουλούδια.

Έρχομαι από τις όχθες του βουνίσιου ποταμού
εκεί που καταρράχτες ασκητές
στέκονται όρθιοι μες στα πέτρινα πιθάρια.

Έρχομαι απ’ το Βορρά· με παγοπέδιλα
δυο μισοφέγγαρα, γλιστρούσα διαρκώς
πάνω στα χιόνια τρεις χιλιάδες χρόνια.

Έρχομαι απ’ των Tατάρων τις ορδές· είμαι ο στρα­τιώ­της
που ’σφαξε τον Aττάρ κ’ είμαι επίσης
ο ί­διος ο Aττάρ και το μαχαίρι που τον έσφαξε.

Έρχομαι απ’ το μαύρο γαλαξία των μυρμηγκιών που παρασέρνει
μια πεταλούδα πεθαμένη σα να είναι
ιστιοφόρο αγγέλου σα να είναι
ο Ίκαρος μετά από την πτώση του.

Έρχομαι απ’ την Ελλάδα που με χέρι
την Πελοπόννησο ξαμώνει και σκορπά
γύρω της τα νησιά για να μην είναι
μόνη της απλωμένη μες στη θάλασσα.

Έρχομαι από την τρύπα ενός σάπιου κλωναριού
όπου ιερουργούσα με στολή άγριας μέλισσας
είτε φορούσα άμφια πεταλούδας.

Έρχομαι από το σούρουπο εκεί
της Θεσσαλίας, όπου βόσκησα
για χίλια χρόνια ένα κοπάδι από φωτιές.

Έρχομαι απ’ το βιβλίο του Αναξίμανδρου· σ’ αυτό
βρίσκομαι πάντα όπου κι αν πηγαίνω.

Mε ρώτησαν από που έρχομαι.
Tι να τους έλεγα;
Δεν θα με καταλάβαιναν
και τότε
θα μ’ οδηγούσανε δεμένο στον ψυχίατρο.

«Έρχομαι» είπα, έτσι απλά, «απ’ το Αγρίνιο»,
κρύβοντας μες τη λέξη αυτή όσο μπορούσα
το “άγριος”, το “νι”, και προ παντός
το “ο”, που ’ναι πηγάδι και παγίδα,
σπίτι μου και καθρέφτης και λαβύρινθος (μα ναι
ο πιο πολύπλοκος λαβύρινθος κι ας φαίνεται
τόσο απλό, ένα μικρό δαχτυλιδάκι).

Θεσσαλονίκη, 1994



Από τη συλλογή ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ (2004):


TA AITIA TOY TPΩIKOY ΠOΛEMOY

Λένε πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν
σε σύρραξη τους Tρώες και τους Έλληνες
στα 1400 π. X., στην Iωνία.
Οι πιο μοντέρνες θεωρίες μας μιλούν για τη συνήθεια
του πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας.
Οργανωμένες συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς,
πολιορκούσαν, έκαιγαν και άρπαζαν
κοπάδια, θησαυρούς, γυναίκες, δούλους.

Όμως εντύπωση εμένα πάντα μού ’καναν
οι λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή
που σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
μαύρα και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη
όταν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
σε μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το πρώτο πράγμα
πού ’καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους
ήσανε τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις βρύσες
κ’ ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των αγώνων.

Bεβαίως χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή
βόδια και πρόβατα και γίδια. Xρειαζόντουσαν
ψωμί και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν
σκλάβες γυναίκες που γινόντουσαν
πολύ συχνά οι γλυκειές συντρόφισσές τους
επάνω σε φλοκάτες κ’ υφαντά της Αιτωλίας,
των Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης.
Βεβαίως και ζητούσαν, κ’ υποχρέωναν ή άρπαζαν
αλλά ο πόλεμος δεν έγινε γι’ αυτά.

Όταν γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου
εκεί στο πέτρινο το σπίτι που για φύλακες
έχει αστερισμούς. Eνώ σε κοίταζα
έξω απ’ τον καθρέφτη, ζωντανή, μέσα στο χρόνο
ενώ σε κοίταζα κι απόλαυσα
ξανά και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά
τη θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά,
κατάλαβα καλά που αυτός ο πόλεμος
έγινε μοναχά για μια γυναίκα.



Από τη συλλογή ΜΑΣΚΕΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΕ (2005):



ΑΡΧΙΛΟΧΕΙΟΝ, ΚΥΝΙΚΟΝ

Ακούσατε, ακούσατε, οι κώλοι εξουσιάζουν
και μιαν αγάμητη Σουσού ως ταξιθέτρια βάζουν.

«Το λέει το πρωτόκολλο πως δεν είναι για όλους
οι θέσεις της πρώτης σειράς μα για τους πρώτους κώλους».

«Μόνο που το πρωτόκολλο δεν έγινεν απ’ όλους
μα οι πρώτοι κώλοι τό ’φκιαξαν δια τους πρώτους κώλους».

«Ποτέ μην κάθεσαι σ’ αυτές» μου λένε κάτι μάγκες
«αυτές είναι για άτομα με ειδικές ανάγκες».

Αχ πού ’σαι Διογένη μου, εμπρός τους να τον στύσεις
και το σκυλίσιο σπέρμα σου στα μούτρα τους να χύσεις.

Πού ’σαι Καραϊσκάκη μου τον βούρδουλα να πιάσεις
και ως το κόκαλο βαθιά τη βουρδουλιά να φτάσεις.

Το πίστεψαν οι άχρηστοι πως είναι ηγεσία
με ψήφους που ετοίμασε το ΝΑΤΟ και η ΣΙΑ.

Για συνετίστε τους παιδιά πριν μού ’ρθει να ορμήξω
και με χαστούκια ηχηρά τις κωλομούρες πρήξω.



Από τη συλ. ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (2007):


ΑΚΑΡΝΑΝΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2005

Ανάμεσα στα κόκκαλα της γης τα μαυρισμένα
κολπίσκος όπου η θάλασσα χαλίκια έχει στρωμένα.

Λουλούδι η ομπρέλα μας φυτρώνει εκεί στη μέση
και πέταλα οι πετσέτες μας που μόλις έχουν πέσει.

Κανένα σύννεφο ή στουπί τον ήλιο για να σβήσει
κανένα χτένι από βροχή τους λόφους να χτενίσει.

Κοίτα εδώ στα κόκκαλα της γης τα ξασπρισμένα
μάσκες και ζώα μυθικά, τέρατα πετρωμένα·

ανθοδοχεία οι τρύπες τους, κόγχες γεμάτες φύκια
κι εδώ το χάσμα που κρατεί ως δόντια τα χαλίκια·

πρόσωπα όπου πέτρωσε η έσχατη οδύνη
κι άλλα που σκέψης υψηλής κρατούν την ευφροσύνη.

Πλέω και βλέπω στο βυθό: Οι μαύροι γαλαξίες
τω αχινών και οι πορφυροί γίγαντες αστερίες.

Ψάρια μες στα φαράγγια σου, θάλασσα, στους γκρεμούς σου
τη λύτρωση αναζητούν στα βάθη τ’ ουρανού σου.

Ψάρια του πόθου σχήματα, γυρεύουν ένα τέλος
και μοιάζει το καθένα τους για όλα τ’ άλλα βέλος.

Θάλασσα είσαι η σύναξη των άπειρων δακρύων
ή μήπως ο γλυφός χυμός αμέτρητων αιδοίων;

Ροδάκινο λαμπρό κρατούν τα δόντια τ’ άγριου χοίρου
κι ο ήλιος στα σαγόνια δες της γης και του απείρου.

Το πάθος μας αν και βουβό κραυγές χαράς εγίνη
όταν κοντά μας πήδηξε σβέλτο γοργό δελφίνι.

Θάλασσα γίνε της χαράς το πρόσωπο που κλαίει
άβυσσος μήτρα πάρε με στ’ απύθμενά σου ελέη.

Ανάμεσα στα κόκκαλα της γης τα μαυρισμένα
η Κυμοθόη κάτασπρα χαλίκια έχει στρωμένα.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ "ΑΧ" ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ....


ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ


Κυρίες και κύριοι. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προ ολίγων λεπτών προέβη στα εξής:
Κάλεσε τους αρχηγούς όλων των κομμάτων. Τους είπε ότι ντρέπεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας ν’ αποκαλείται πρόεδρος μιας τέτοιας δημοκρατίας.
Τους είπε ότι το αναθεωρημένο σύνταγμα δεν του επέτρεπε να διαλύσει τη Βουλή και να κινηθεί εντός του νομικού πλαισίου γι’ αυτό κι έχει κατοχυρώσει την επιτυχία του εγχειρήματός του με τη βοήθεια του Υπουργού Εθνικής Αμύνης τουτέστιν του στρατού ο οποίος μέσα στις αρμοδιότητές του τις συνταγματικές έχει την υποχρέωση να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του κυρίαρχου ελληνικού λαού και στην έσχατη ανάγκη να επεμβαίνει υπέρ αυτού.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τούς είπε ότι έφεραν τη χώρα σ’ αυτή την κατάσταση, είτε διότι είναι ανίκανοι, είτε διότι είναι μεν ικανοί αλλά διεξάγουν άνισον αγώνα. «Πάντως, μεταξύ μας» είπε ο κύριος Πρόεδρος, «ενώ μιλάμε για διαφθορά, αποφεύγουμε να πούμε ότι τίποτε δεν διαφθείρεται από μόνο του, χωρίς κάποιον διαφθορέα. Ο κύριος Πρωθυπουργός είπε σε ξένους προ καιρού ότι έχει να κάνει με μια διεφθαρμένη χώρα αλλά δεν ανέφερε πως την χώρα την διέφθειραν οι πολιτικοί της κι όλο το παρασιτικό περιβάλλον των πολιτικών της. Ένας αληθινός πολιτικός ψηφίζεται για τους αγώνες του υπέρ της επικράτησης του δικαίου και για τα έργα του. Ένας δήθεν πολιτικός ψηφίζεται για τους διορισμούς και τα ρουσφέτια του, δηλαδή ψηφίζεται από τους διορισμένους στο δημόσιο, τουτέστιν παίρνει την εξουσία με εξαγορασμένους ψήφους. Όμως τούτο είναι μια δήθεν δημοκρατική διαδικασία. Αγορασμένη δημοκρατία δεν υπάρχει. Κι αυτό κάνει τη διαφορά ανάμεσα στη δημοκρατία και στα άλλα συστήματα διακυβέρνησης.

Ναι» είπε ο Πρόεδρος «εγώ νομίζω ότι φέρατε τη χώρα στην κατάσταση αυτή είτε λόγω του ότι είστε ανίκανοι, είτε λόγω του ότι είστε μεν ικανοί αλλά διεξάγετε άνισον αγώνα. Όμως εδώ και μήνες πρέπει να σας πω κύριοι ότι συχνά μεταμφιέζομαι, γίνομαι ζητιάνος, τραβεστί, τουρίστας, μετανάστης, απλός εργάτης, και προσεγγίζω τα στρώματα εκείνα του λαού που εσείς βαδίζοντας στα ξυλοπόδαρα της εξουσίας δεν μπορείτε ποτέ σας να προσεγγίσετε. Μπήκα στην καρδιά της πραγματικότητας, ακούω με τα ίδια μου τ’ αυτιά όσα λένε οι άνθρωποι του λαού. Οι άνθρωποι του λαού λοιπόν, οι εκτός των διορισμένων ψηφοφόρων σας, δεν ομιλούν πλέον για ικανότητα ή ανικανότητα. Οι άνθρωποι αυτοί που αποτελούν και την πλειοψηφία του λαού, αλλά και την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, λένε και ξαναλένε, ότι πιστεύουν ακραδάντως ότι έχουν να κάνουν με προδότες που υποκρίνονται ότι προσπαθούν να σώσουν τη χώρα, αλλά πρόθεσή τους έχουν να εφαρμόσουν την προσχεδιασμένη διάλυση της χώρας, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό του λαού της, με απώτερο στόχο την σταδιακή και πλήρη εξαφάνισή της χώρας και του λαού. Δεν γνωρίζω αν η πίστη αυτή του λαού ευσταθεί. Όμως από τη στιγμή που αυτή είναι η πίστη του κι όχι απλώς η υποψία του, η διακυβέρνησή σας, ανεξαρτήτως καλών ή κακών προθέσεων, δεν εκπροσωπεί τον λαό, δεν σας νομιμοποιεί ενώπιον του λαού, κι έπρεπε αυτό να το λάβω σοβαρότατα υπόψιν. Είσαστε παράνομη εξουσία και ψευδώς αποκαλείστε εκπρόσωποι του λαού.

Κύριοι, μπρος στην πίστη αυτή του λαού, αν και είμαι σάρξ εκ της σαρκός σας, ένοιωσα σφοδρή την ανάγκη να συνταχτώ με αυτούς που το σύνταγμά μας θεωρεί ως κυρίαρχους, δηλαδή ένοιωσα την ανάγκη να συνταχθώ με τον λαό.

Γι’ αυτό και ζητώ απ’ όλους σας να παραιτηθείτε. Τόσο οι αρχηγοί των κομμάτων όσο και ολόκληρο το βουλευτικό σώμα. Να παραιτηθείτε ησύχως και να πάτε στα σπίτια σας ή όπου αλλού θέλετε. Πάει καιρός πολύς που άρχισα να σχηματίζω λίστα από τους σημαντικότερους Έλληνες που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας και τους έχω ήδη καλέσει να αναλάβουν τη διακυβέρνησή της. Πρέπει να πω δε ότι την ελλιπή λίστα μου αυτή, την έχω ήδη συμπληρώσει με προσωπικότητες που βρήκα καταγεγραμμένες στις μαύρες λίστες ξένων μυστικών υπηρεσιών, κρατών που είτε έχουν συμφέροντα τα οποία συγκρούονται με την πρόοδο της χώρας μας, είτε που έχουν διεκδικήσεις επί των εδαφών και της εθνικής μας κυριαρχίας. Δύσκολο έργο να έρθουν στα χέρια μου αυτές οι λίστες, αλλά, ύστερ’ από τεράστιες προσπάθειες, έφερα εις πέρας το έργο αυτό. Διότι είναι εξόχως σημαντικό να γνωρίζεις το ποιοι βρίσκονται στις μαύρες λίστες των ξένων μυστικών υπηρεσιών. Όπως αντιλαμβάνεστε το να έχουν διεκδικήτριες δυνάμεις στη μαύρη λίστα τους κάποιον, αυτομάτως αυτό σημαίνει ότι αυτός ο κάποιος είναι ιδιαιτέρως επιβλαβής για τα συμφέροντα των διεκδικητριών αυτών δυνάμεων και ιδιαιτέρως επωφελής για την ίδια του τη χώρα…»

Κυρίες και κύριοι τηλεθεατές. Οι αρχηγοί των κομμάτων ως και ολόκληρη η Βουλή, έχουν ήδη παραιτηθεί. Αναμένουμε τις περαιτέρω εξελίξεις…






ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ:


ΕΛΛΑΔΑ 1999

Στον Κώστα Καρυωτάκη· στον Διονύσιο Σολωμό

Η Εκκλησία γυρεύει πελατεία,
κάνει εκπτώσεις, προσκαλεί τη νεολαία
να συνταχτεί με τη δική της τη σημαία
για νά ’βρει δύναμη και πλούτο κι ευτυχία.

Τα κόμματα γυρεύουν πελατεία·
θα κάμουν σίγουρα το άδικο πιο άδικο.
Αφίσες και μεγάφωνα, παράτες, μεγαλεία.
Ω θεία Ελλάδα, ω απέραντο σκυλάδικο.

Οι νταβατζήδες ψάχνουν πελατεία·
πουλούν το κρέας τους στην πιο φτηνή τιμή.
Μπορεί να βρίσκει την οδό της την ευθεία
ακόμα και η πιο στραβιά ψωλή.

*
Κανείς μη χάσει τις ειδήσεις των οχτώ.
Στην άσφαλτο, στο πάρκο, στην πλατεία
για κάθε γούστο τζάμπα δυστυχία
για κάθε βίτσιο αίμα αχνιστό.

Χαζοχαρούμενες κυρίες (σταρ τις λένε
της τηλεόρασης) πολύ ευγενικά
θα σας μυήσουν σε κηδείες και γενικά
θα απολαύσετε ανθρώπους που θα κλαίνε.

Γουλί κεφάλια, δήμιοι με γραβάτα,
για τα αφεντικά τους θα σας πουν
πού έβηξαν, πού έκλασαν και πώς αποπατούν
φορώντας φουστανέλες είτε φράκα.

*
Στεφανωμένος απ’ του ορίζοντα το φράχτη
το τέμπλο αγγίζω του πανάρχαιου βουνού.
Ράβδοι κοντά μου ηχηρότατου νερού.
Και να η θεότης του μεγάλου καταρράχτη.

Μοιράζει το αστείρευτο κορμί του
στ’ αγρίμια, στους αγίους, στους ληστές και στα πουλιά.
Ο ποιητής που στάθηκε, έχασε τη φωνή του
μόλις αντίκρυσε την τόση ομορφιά.

Η ανθισμένη του δορά χίλιους αιώνες
κρέμεται πλάι στο βραχόγκρεμο εκεί.
Κι αυτός να παίζει κομπολόι από σταγόνες
καθώς ολόγυμνος στην άβυσσο πατεί.


ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΑΝ ΚΑΙΟΜΕΝΗΝ
ΚΑΙ ΜΗ ΒΑΤΕΥΟΜΕΝΗΝ

Ρωτάς λοιπόν τι θα ψηφίσω εγώ;
Μα ξέρεις πάντοτε ψηφίζω το Θεό.

Και για να δώσω πλήρη απάντηση στα λόγια σου:
Η κάλπη βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια σου.


ΤΙ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ ΠΙΑ ΤΟ ΠΕΟΣ

Τώρα που ’σαι Ευρωπαίος
τι χρειάζεσαι το πέος;
Τι το θέλεις το αιδοίον
αφού ζεις εις Παρισίον;

Δώσ’ στους Τούρκους το Αιγαίον
εσύ είσαι Ευρωπαίον
κι Ευρωπαίον όταν είσαι
την πατρίδα σου ξεσκίσε.

Δώσ’ τη Θράκη στην Τουρκία.
Ήπειρον στην Αλβανία.
Τη Μακεδονία στα Σκόπια.
Εσύ έχεις βοσκοτόπια.

Τι τα θέλεις τα εδάφη
που όλο ξεσηκώνουν πάθη;
Δείξε μεγαλοψυχίαν
προς Βορράν και προς Ασίαν.

Κόψε γλώσσα κόψε πέος.
Τώρα είσαι Ευρωπαίος!
Παρθενώνα και Ηραίον
δώσε τα στον αρουραίον.

Έρχεσαι απ’ το Λας Βέγκας.
Διώξ’ το «μέγας». Είσαι «μέγκας»
και θα γίνεις πιο μεγκάλος
αν τα βλέπεις ως Βανδάλος.

Να γραφτείς και εις την ΣΙΑ.
Μα δεν είναι προδοσία
να μην έχεις τώρα πέος
αφού είσαι Ευρωπαίος.

Κατά βαθουλόν βεβαίως
τα ευρώ είν’ η ουσία
κι όχι πού ’σαι Ευρωπαίος·
κόψε το λοιπόν το πέος.


ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΟ ΚΑΛΑΜΙ

Καλάμι εσύ που ο τσιφούτης όλα τα λεφτά του εντός σου έχει μάσει
και δεν τολμά να παίξει μετά σού μην τύχει και τα χάσει.

Καλάμι που σε ίππευσε κι ο γάιδαρος των όνων η κουφάλα
και γύριζε σε στέκια επαρχιώτικα και φώναζε τον κόκκορα κεφάλα.

Καλάμι εσύ που σε ιππεύουν μπουρδολόγοι Αθηναίοι, Πατρινοί και
Αγρινιώτες
κι έτσι φαντάζονται πως είναι συγγραφείς και ποιητές και του Σωτήρος οι
ιππότες.

Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι απ’ τους ομοίους τους παινεύονται για
όποια τυπωμένη τους βλακεία
κ’ ύστερα πάνε και πουλάνε μούρη σοβαρού, στοχαστικού μεγάλου ανδρός
στα καφενεία.

Καλάμι που σε ίππευσε ακόμα κ’ η Γυναίκα εκείνη από τη Ζάκυνθο του
Αγίου Σολωμού,
κι όσα κακά δεν εύρισκε στους άλλους τα ’φκιαχνε μονάχη από τον ίδιο της
το νου.

Καλάμι που σε ιππεύσαν κριτικοί κι εν τέλει εσύ κακό το τέλος είχες
γιατί ως λέγουν πάντα της ψωλής που ’ναι κοντή της φταίγανε οι τρίχες.

Καλάμι που σε ιππεύουνε αυτοί που μεταξύ τους δίνουνε και παίρνουνε
βραβεία
και κάνουνε τον Κώστα Καρυωτάκη απανωτά να φτάνει σε θανάτου
οργασμούς από αηδία.

Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι πίσω απ’ αρχόντων κ’ ιερέων κουστωδία
κρύβονται για να κάνουνε επίσημη και νόμιμη την όποια δυσωδία.

Καλάμι περιμένεις από βάρβαρους ηγέτες ν’ αγαπήσουνε τα δώρα των
Μουσών;
Κοίτα τους υπουργούς τους με τι ζήλο οι αχρείοι παραχώνουνε το στόμα
των βρυσών.

Καλάμι δεν με νοιάζουν οι τιμές τους κι όλα εκείνα που ο Έλιοτ ονόμασε
κηλίδες
μα είναι που σκοτώνουν την ψυχή κάθε λαού για να την κάνουν
παλιοσίδερα και βίδες.



ΥΓ.
Καλάμι που σε δώσανε ως σκήπτρο στο Χριστό
για να του κάνουνε με σε τον εμπαιγμό χειροπιαστό

μα δεν ηξεύρανε πως ήσουνα το πλέον ταιριαστό
για βασιλέα ποιητή και για εξόριστο θεό.

Καλάμι όσοι είναι στα μετόπισθεν δεν ξέρουν
ποιος είναι όντως ο εχθρός και για ποιο λόγο υποφέρουν.

Κι ούτε μπορεί κανείς να φτάσει εκεί να τους το πει
γιατί τα νέα τούς τα φέρνουν αλλαγμένα οι εχθροί.

Αλλοίμονο στους αγγελιοφόρους.
Οι ψηφοθήρες θέλουν μόνο ψηφοφόρους

και πληρωμένοι χειροκροτητές
τους κρύβουν σα σκοτώνουν ποιητές.

Καλάμι μόνο αν βρίσκεσαι στην πρώτη τη γραμμή
ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, πώς πολεμάει, και γιατί.



ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

12 ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ*

1

Στο δίχτυ σου από φιλιά σαν ψάρι σπαρταράω·
σκίσε το, αχ, στο σώμα σου μέσα να κολυμπάω.

2
Αυτός που μ’ έρωτα θαρρεί τον πόθο του θα σβήσει
δεν ξέρει ανήμερο θεριό πως πάει να ξυπνήσει.

3
Πως το θεριό είναι θήραμα το ’χουνε λησμονήσει
αφότου σακατέψανε τη γλώσσα και τη φύση.

4
Της προδοσίας λες φιλί, σού ’δωσα. Γύρνα πίσω
και μ’ ένα δεύτερο φιλί το πρώτο μου να σβήσω.

5
Στα μπούτια σου ανάμεσα έγραψες τις ασκήσεις
και μού πες «με τα χείλη σου, θέλω να μου τις σβήσεις».

6
Του δράκου σπέρμα μ’ έκαψε, με πνίγουνε τα φίδια
αφότου με τον Κέρβερο άρχισες τα παιχνίδια.

7
Ποτάμι είμαι, πάρε με, μες στη βαθειά σου κοίτη
πριν ξεχειλίσω και καούν του πάνω κόσμου οι κήποι.

8
Του Γαλαξία μού ’ριξες το δίχτυ να με πιάσεις·
ολόκληρη ζωή με τρως κι ακόμα να χορτάσεις.

9
Κατάρτια είναι τα κλαριά και το χορτάρι κύμα
και του ανθρώπου ο σκελετός η άγκυρα στο μνήμα.

10
Αν και τι είναι ο Θεός, αδυνατούν να πιάσουν
λένε πιστεύουν, τις καλές, τις σχέσεις τους μη χάσουν.

11
Βροντή, με ξύπνησες, κι αλί, μόνος ξανά, τι κρίμα.
Κανείς δεν ξύπνησε απ’ αυτούς που κείτονται στο μνήμα.

12
Θεός: η Φύση, τ’ Άπειρο, κι όλα που αγναντεύω
μα πάνω απ’ όλα η θηλυκή ύπαρξη που λατρεύω.





__________________
*Μαντινάδες· αρχικά, μαντικά ερωτικά δίστιχα, ομοιοκατάληκτα, δεκαπεντασύλλαβα συνήθως, που απαγγέλονταν στις ερωτικές-μαντικές τελετουργίες του Κλήδονα, κατά την παραμονή είτε ανήμερα του Θερινού Ηλιοστασίου.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΑΧ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ (1 κείμενο + Ειδήσεις+ 1 κείμενο)..........

ΕΦΤΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

1. «Κι αν διυλίζει κώνωπα, κάμηλον καταπίνει». Τους έμμισθους, φθονερούς και κακόβουλους φιλολόγους «μας» μου θυμίζει η παροιμία αυτή. (Κυρίως εκείνους των Νεοελληνικών Τμημάτων). Κι ακόμη τους κριτικούς. Τα λογοτεχνικά περιοδικά. Τις καλλιτεχνικές τηλεοπτικές εκπομπές. (Κυρίως αυτές για το βιβλίο). Διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλον. Οι άτιμοι. Μια ζωή. Αλλά, μην στεκόμαστ’ εδώ. Να παίξουμε λίγο. Τα φάρμακά σου φέρε τέχνη της ποιήσεως: «Κι αν διυλίζει κώνωπα, κάμηλον καταπίνει» / στον άγγελό του μια σταλιά νερό ποτέ δεν δίνει».
2. «Σα δεν θέλει να ζυμώσει, όλη μέρα κοσκινίζει». Κι αυτή, τους φιλολόγους «μας» μου θυμίζει. Μα και το Υπουργείο Παιδείας. Κυρίως αυτό, που είναι και Θρησκευμάτων. Κακό ψόφο να ’χει.
3. «Δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμούσε τα παιδιά του». Αυτή η παροιμία μου θυμίζει γενικώς το εκπαιδευτικό «μας» σύστημα. Τους καθηγητές «μας» και τους δασκάλους «μας». Τους βολεμένους στο δημόσιο και στα φροντιστήρια. Μου θυμίζει ακόμη τους γονείς. Που συμμετέχουν κι αυτοί με καμάρι στον (επί πληρωμή) βιασμό των παιδιών τους. Όχι, δεν είναι μόνο οι καθολικοί ιερείς και καρδινάλιοι που γαμούν, βιάζουν παιδιά. Είναι και οι Έλληνες δάσκαλοι, καθηγητές, γονείς… Γαμώ το καντήλι τους.
Α, ναι. Και η παραλλαγή της παραπάνω παροιμίας; «Δουλειά δεν είχε ο διάολος, ψείριζε το μουνί του». Κακό ψόφο να ’χει. (Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων). Που θέλει να φορτώσει στους μαθητές πολλές ξένες γλώσσες. Υπηρετώντας, εις βάρος των παιδιών, τ’ αφεντικά του, τους αποικιοκράτες. (Ποια ξένη γλώσσα ήξερε ο Ηράκλειτος; ποια ξένη γλώσσα ήξερε ο Λόρκα;). Ενώ τα παιδιά χρειάζονται άριστα ελληνικά. Για να επικοινωνούν με τον εαυτό τους και με το σύμπαν. Κι ακόμη χρειάζονται πολύ καλά αγγλικά. (Όπως μας υποχρεώνει η πραγματικότητα της εποχής μας). Για να επικοινωνούν με τους άλλους λαούς.
4. «Ο ξένος και ο ποταμός τον τόπο τους γυρεύουν». Όχι μόνο ο ξένος ξενιτεμένος. Αλλά και ο ξένος που «το έπαιξε δικός σου» για όσο τον βόλευε, μα όντας κατά βάθος ξένος, πήγεν εντέλει στον τόπο του, στους δικούς του.
Και, όχι μόνο ο κακοποιημένος ποταμός. (Χάθηκαν πανέμορφα χωριά, οικισμοί πανάρχαιοι, κλιμακωτοί κήποι, γέφυρες, αλώνια, σπήλαια, πηγές, μύλοι, παραμυθένιοι, θρυλικοί τόποι, στην πλούσια κοιλάδα του Αχελώου. Μα δεν έγινε καμιά επανάσταση, δεν έπεσε καν μία πιστολιά. Από ποιόν να πέσει; Όσοι (ω)φελούσαν σ’ αυτό τον τόπο ήσαν εξόριστοι στην Ανατολική Ευρώπη ή φυλακισμένοι, παράνομοι ή στα καράβια που πήγαιναν Αμερική κι Αυστραλία, στα τραίνα που πήγαιναν Γερμανία). Όχι μόνο ο ποταμός, μα και η γλώσσα, λέω εγώ, τον τόπο της γυρεύει. Κι επειδή τον τόπο της γυρεύει, από μόνη της θα σωθεί, από τη δύναμη της ροής της θα σωθεί. Θ’ αναγκάσει το στόμα να τη λέει σωστά. Γιατί το «σωστό» στη γλώσσα είναι φυσικός νόμος. Θα ξαναπάει στην κοίτη της η γλώσσα. Η ίδια δεν θ’ αντέξει να λένε το επικεφαλής επικεφαλή, το ελέχθη λέχτηκε· να αποφεύγουν τα -έως της γενικής με τόση προσπάθεια κι εμπάθεια· να κάνουν το Πλάτων Πλάτωνας, το Αγαμέμνων Αγαμέμνωνας, χωρίς κανένα λόγο, είτε, με μόνους λόγους, την κακαισθησία τους και τον φθόνο τους.
Κι αν θες φιλό-σοφε να μιλήσεις με σοφία για το τίποτα, πρέπει πρώτα να το κάνεις τίποτε. Πόσες φορές θα σου το πω; «Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις»: Τι-ποτέ. Γιατί δεν λες ουδέποτα, μηδέποτα, οπωσδήποτα, οτιδήποτα. Λες ουδέποτε, μηδέποτε, οπωσδήποτε, οτιδήποτε. Λες τι και ποτέ, δεν λες τι και ποτά.
5. Τ’ άσπρο σκυλί κάνει ζημιά στου μπαμπακιού την αγορά. Αν το άσπρο σκυλί κάνει ζημιά, φαντάσου τη ζημιά που κάνει ο άγγελος. Εγώ βεβαίως δεν ξέρω αν είμαι κάτι από τα δυο. Ξέρω μονάχα ότι μ’ έχουν διώξει. Από του μπαμπακιού την αγορά, από σπίτια, από σχολεία, βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, κανάλια… Όλη η γη γεμάτη περιφραγμένα οικόπεδα. Μου έχει μείνει μόνο ο μέσα μου κι ο έξω ουρανός.
6. Για το χατίρι του αητού... Μα δεν το ξέρετε ούτε αυτό; Ήταν κρυμμένος ο λαγός στην τούφα γιατί έφερνε γύρες από πάνω του ο αητός. Και βρήκε την ευκαιρία η χελώνα και προσπαθούσε να γαμήσει το λαγό. Και της είπε τότε ο λαγός: Για το χατίρι του αητού, γάμα κι εσύ χελώνα.
Την είπα σε φίλο μου Κύπριο αυτή την παροιμία και μου είπε: «Σκοπιανούς μου θυμίζει αυτή. Σκόπια και Τούρκους στρατοκράτες μου θυμίζει. Αυτοί, αυτοί είναι η χελώνα… κι εμείς, εμείς είμαστε ο λαγός».
7. Κι απ’ τα εφτά χωριά τον διώχνουνε, αυτόν που λέει την αλήθεια. Εφτά πέπλα φορά η Ιστάρ. Σε κάθε πάτωμα που κατεβαίνει, απαλλάσσεται κι από ένα πέπλο. Ώστε στο τελευταίο πάτωμα να είναι γυμνή. Μα δεν μπορείς να κάνεις έρωτα μαζί της. Το τελευταίο πάτωμα, είναι το πάτωμα του Θανάτου. Ο οποίος, είναι, ολίγον τι ευσπλαχνικός, μα και χαιρέκακος… Με καθρέφτες στέλνει το σώμα τής Ιστάρ στον επάνω κόσμο. Με τα είδωλά της πλαγιάζουμε. Κι επειδή ένα είδωλο δεν μπορεί ν’ αδειάσει από μέσα μας του πόθου το αλάτι που μας κεντρίζει διαρκώς, τρέχουμε από είδωλο σε είδωλο… Και μας λένε γυναιμανείς, μουνομανείς και διάφορα τέτοια…οι ανέραστοι…τα μουλάρια…Δεν ξέρουν ότι μας την έφερε ο Θάνατος. Κι ούτε τα είδωλα ξέρουν πως είναι είδωλα. Νομίζουν ότι είναι γυναίκες που τις απατούμε…
Α, ναι, η αλήθεια. «Και τι είναι η αλήθεια;», ρώτησε ο Πιλάτος τον Ιησού. «Άντε τώρα να εξηγήσεις σ’ έναν Πόντιο τι είναι η αλήθεια», σκέφτηκε ο Ιησούς. Και σώπασε.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ («Κοντέινερ»), Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

_______________
Από μήνυμα του Πάνου Σαββόπουλου, Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010:

«….Άκου όμως και τούτο σε σχέση με την άθλια θεοκρατοπαιδία μας που εμπνέεται από τα εκάστοτε συνδικαλιστικά (απο)κομματόσκυλα: «Εν αρχή έπλασεν ο Θεός τους ηλιθίους. Αυτό το έκανε μόνον δια εξάσκησιν. Είτα δε έπλασεν τα σχολικά συμβούλια» (Μαρκ Τουαίν)


ΕΙΔΗΣΕΙΣ
1

Από το ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΡΥΕΝΩΝ, ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ -109- , κυκλοφόρησε η αριστουργηματική μελέτη του

Βασίλη Γ. Μαραγκού:

ΠΑΪΣΙΟΣ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΒΡΑΤΣΗΣ
(από την ορθόδοξη ιδεολογία στη διάπλαση της βουλγαρικής ταυτότητας)

με πρόλογο του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη.
Βιβλιοθήκη Ιστορίας των Ιδεών – 6, Αθήνα 2009

2

Από τις εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2010

Κυκλοφόρησαν τα μικρά δέκα του Σάββα Παύλου*


ΣΕΛΙΔΑ 14, διαβάζω:

«Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού» ή πρέπει να σταματήσει το κακό- οι νεόπλουτες και σπαστικές ΗΠΑ να δεχτούν τον Κανόνα, να πάρουν, επιτέλους, την απόφαση

Σκληροί κονκισταδόρες πηδούσαν από τα πλοία στην ακτή με σπαθιά, αρκεβούζια και κανόνια, έτοιμοι για λεηλασία και σφαγή. Είχανε φτάσει σιγά σιγά όλα τα αποβράσματα της Ευρώπης, κι όσοι το δήλωναν πως ήσαν τέτοιοι κι όσοι το κρύβαν. Κι ανελέητα ξεκινούσαν με τα πρωτόφαντα άλογά τους. Βλέμμα αρπακτικό μετρούσε βίαια την άγνωστη γη, μια ολόκληρη ήπειρος θα σώριαζε τα πλούτη της στα πόδια τους.

κι ένας γραμματικός που καταγράφει, απορημένος, για όσα βλέπει να πράττουν και να λεν. Θλιβεροί και αποτρόπαιοι, τι (λίγα) μπορούσαν να καταλάβουν. Γιατί, πόσο θα κρατούσε αυτό; Δέκα, είκοσι, διακόσια χρόνια; Στο τέλος, θα γινόταν αυτό που έπρεπε, μια ήπειρος ακόμη θ’ αναγνώριζε πως ο Όμηρος είναι ο πρώτος ποιητής.



_________________

* Είναι καλό που ο φίλος Σάββας με διογένειο παρρησία και ηρακλείτεια τόλμη, στο περιοδικό του ΜΙΚΡΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ, επισημαίνει λάθη και «παρεκτροπές», στην μετάφραση της Οδύσσειας από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Γιατί έχω βαρεθεί να σιχαίνομαι τους γλείφτες και τους δουλικά λιβανίζοντες (τα «σίγουρα» ονόματα) σ’ αυτή τη χώρα. Θέλω όμως να υπενθυμίσω ότι όλοι που μετέφρασαν τον Όμηρο στα σύγχρονα ελληνικά, έχουν τις καλές και τις κακές τους στιγμές. Για μένα μετράει που επιχείρησαν με αγάπη κι έφεραν σε πέρας αυτό τον άθλο, ώστε μες από διαφορετικούς τρόπους ν’ απολαμβάνω πάντα εγώ τον ένα τρόπο του Ομήρου. Και είμαι σε όλους τους ευγνώμων. Νοιώθω δε ευτυχής και συγκινημένος βαθύτατα που αυτή την ώρα (κατά την οποία οι μαύροι μάγοι της παγκόσμιας τοκογλυφίας, με τη βοήθεια των εγχώριων ταχυδακτυλουργών, προσπαθούν να βυθίσουν τους Έλληνες στην απόγνωση) ο Μαρωνίτης πράττει το άριστο: γίνεται ψυχαγωγός, διαβάζοντας, (απαγγέλοντας) δημόσια, την Οδύσσεια.




Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ο Έρωτας δεν κήρυξε ποτέ δόγματα, δεν αναζήτησε μαθητές και οπαδούς, δεν προσπάθησε να προσηλυτίσει κανέναν, δεν ίδρυσε θρησκεία για να λατρεύεται, δεν έκανε ποτέ προπαγάνδα, δεν συνεργάστηκε με καμμιά εξουσία για να επιβληθεί και να επικρατήσει, δεν έγινε ποτέ ιδιοκτησία κανενός ατόμου, καμμιάς ομάδας, κανενός έθνους, καμμιάς αυτοκρατορίας. Κι όμως, όλα τα όντα, από τους ανθρώπους μέχρι τα δέντρα και τα ζώα, από τις κάμπιες μέχρι τους ήλιους και τους γαλαξίες, είναι οπαδοί του, τον λατρεύουν, τον υπηρετούν, με χαρά. Δεν είναι λοιπόν αυτός ο πιο μεγάλος θεός;

*
Ο ποιητής, όντας ένας ερωτευμένος με τη Ζωή, ένας (ευρισκόμενος) πριν από την πτώση (Αδάμ, Άνθρωπος), ένας που έχει νικήσει τον ιστορικό χρόνο (τον Χρόνο-Κρόνο), φανερώνει τα πράγματα στον ερωτικό τους χρόνο, στην Αγάπη, που είναι η διαρκής Αστραπή.
Αλλά οι άνθρωποι δεν αντέχουν τον παράδεισο, κανένα κλουβί δεν μπορεί να κρατήσει την αστραπή. Γι’ αυτό οι ανθρώπινες κοινωνίες στάθηκαν πάντοτε αμυντικές και κάποτε επιθετικές, μπροστά στον κίνδυνο που αποτελούν γι’ αυτές τόσο ο έρωτας όσο κι ο ποιητής.
Οι ερωτευμένοι, μέσα στον ενθουσιασμό τους (ένθεοι), βιώνοντας την απόλυτη ικανοποίηση, ζώντας στην συν-ουσία, βλέπουν τα πράγματα στο αληθινό τους μέγεθος, γνωρίζουν την πραγματική τους αξία, γίνονται αθώοι κι αδίσταχτοι σαν τα παιδιά και υπακούοντας μόνο στον κεραυνό του έρωτα που οιακίζει (κυβερνά) τα πάντα, δεν υποτάσσονται σε καμμιά ανθρώπινη εξουσία. Αυτό δεν συμφέρει τις κοινωνίες που θέλουν ανθρώπους γεμάτους άγνοια κι αισθήματα ενοχής, εύκολα υποτασσόμενους κι εύκολα ελεγχόμενους, έτοιμους να τραφούν με ψεύδη και υποκατάστατα. Εξάλλου, οι ερωτευμένοι, ζώντας στο παραδείσιο, θεϊκό επίπεδο, θυμίζουν στους ανθρώπους το επίπεδο εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και δεν μπορούν να βρίσκονται, εξ αιτίας του συνειδησιακού τους ύπνου και της πνευματικής τους οκνηρίας. Το επίπεδο αυτό φανερώνει στους ανθρώπους τη λειψότητά τους, γι’ αυτό και πρέπει να το εξαφανίσουν, όπως πρέπει να εξαφανίσουν κι εκείνους που υπενθυμίζουν την ύπαρξη του επιπέδου αυτού. Έτσι, τον μεν έρωτα, όταν δεν τον εξοντώνουν άμεσα, τον εξοντώνουν έμμεσα, υποβιβάζοντάς τον σε κάτι πλήρως ελεγχόμενο κι εναρμονισμένο με το επίπεδό τους: τον γάμο και την πορνεία. Όσο για τον ποιητή-νυμφίο-εραστή, αυτόν, όταν δεν τον σκοτώνουν, τον εξορίζουν ή τον φιμώνουν με χίλιους δυο τρόπους.

*
Αλλά τι γίνεται με την περίφημη προσπάθεια του ανθρώπου να φτάσει στη θέωση; Ιδού τι θα μπορούσε να μας αποκαλύψει ένας αρχαίος ελληνικός μύθος:
Στους γάμους του Πηλέως και της Θέτιδος, προσκαλούνται όλοι οι θεοί, αλλά δεν προσκαλείται η θεά Έρις. Σ’ ένα γεγονός όπου πρωταγωνιστεί ο Έρως αποκλείεται η Έρις.
Εδώ ο άνθρωπος θέλει να ενωθεί με το θεϊκό (θνητός που νυμφεύεται θεά), ακολουθώντας τη ριζωμένη στην άγνοια, ρομαντική και λαθεμένη άποψη, που θέλει τον μισό Κόσμο καλόν και τον άλλο μισό κακόν, αγνοώντας την ουροβόρο φύση του Κόσμου, όπου το «καλό» τρέφει το «κακό» κι όπου το «κακό» τρέφει το «καλό».
Αυτός που απορρίπτει τον μισό Κόσμο, αγνοώντας την ενιαία φύση του Κόσμου δεν εννοεί ότι η απόρριψη του μισού Κόσμου, σημαίνει απόρριψη ολόκληρου του Κόσμου, και συνάμα δεν εννοεί πως η αποδοχή του μισού Κόσμου σημαίνει αποδοχή ολόκληρου του Κόσμου.
Στον γάμο του Πηλέως και της Θέτιδος, μέσω της Έριδος απορρίπτεται και ο Έρως, μέσω του Έρωτος προσκαλείται και η Έρις. Και πράγματι η Έρις είναι παρούσα στον γάμο αυτόν, και διά του Έρωτος, δημιουργεί τον πιο φημισμένο πόλεμο που γνώρισε ποτέ το ελληνικό σύμπαν. Όσο για τον Έρωτα, είναι παρών, σ’ όλη αυτή τη μακρόχρονη έριδα, μέχρι να σκοτωθεί και ο τελευταίος μνηστήρας, πολύ μακριά από την Ιωλκό, τη Σπάρτη, την Τροία ή το Άργος, στη βαθύκολπη, πατρίδα του ποιητή, στην Ιθάκη.

*
Αλλά ο έρωτας δύο ανθρώπων, στο ανώτερο επίπεδό του, μπορεί να γίνει, αυτό που στην Ορθοδοξία ονομάζεται Πλήρωμα, αυτό που στον Ταοϊσμό και στον Βουδισμό αποτελεί την τελείωση, τη θέωση, και συμβολίζεται με την ένωση του Λωτού και του Κεραυνού. Ιδού πώς η ποίηση καταγράφει το φτάσιμο αυτό:

H MEΓAΛH EΠIΣTPOΦH
(απόσπασμα)

«…Φτερά πιο δυνατά από τα πόδια σου δεν ένοιωσα ποτέ πάνω στους ώμους μου.
Nά ’μαι που τερματίζω εδώ μες στο κορμί σου εκστατικός όλους τους δρόμους μου».


Ή ακόμη:

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ
(απόσπασμα):

«…Στον Mπεντελγκέζε ορκίζομαι τον Mέγα
ομώνω στον Ωρίωνα και στον Bέγα
είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι και οι στερνοί θεοί
εγώ το Άλφα είμαι και τ’ Ωμέγα εσύ.
Aπ’ της Γυναίκας και του Άντρα τη λατρεία
είναι που ανθίζουν τα κλαδιά του Γαλαξία.

Mέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί
και περπατάμε στην απέραντη τη γη.
Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει
όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει;



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ («Κοντέινερ»), Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010।

___________________
Σημείωση: Η πρώτη ζωγραφιά είναι του Ιερώνυμου Μπος। Η δεύτερη είναι του Γιώργου Σταθόπουλου (από το κοινό βιβλίο μας ΑΛΕΚΤΩΡ Ο ΕΡΑΣΜΙΟΣ).

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

ΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟ «ΚΟΝΤΕΪΝΕΡ»

(«Ελευθεροτυπία», Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος, 2010)
και
ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ


ΑΝΘΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ


Επί τέλους, όχι άλλη δυσφήμηση της ποίησης, μέσω αυτών των εκτρωμάτων που βάζουν στα σχολικά βιβλία, οι κακούργοι των εκκλησιαστικών και κομματικών κύκλων, που θέλουν τα παιδιά μας να ζουν στη γκρίζα και θλιβερή κοινωνία του Πενθέα (βλ. Βάκχες).

Επιτέλους, στα σχολικά βιβλία των τελευταίων χρόνων, μαζί με τα ποιήματα της θαυμάσιας γενιάς του τριάντα και των προηγούμενων γενεών, μπορείς να βρεις ποιήματα σύγχρονων ποιητών, αληθινά ποιήματα, σαν αυτά που ανθολόγησα εδώ:


ΟΝΤΑ ΜΙΚΡΑ

Όντα μικρά που κάποτε μπερδεύεστε στα δάση του κορμιού μου ή που διαβαίνετε
τρεχάλα μέσα στο ανοιχτό βιβλίο μου ή που χάνεστε
στην έρημο του τραπεζιού μου ή στις λειχήνες χώρες ενός βράχου ή που σας βρίσκω / πάνω σ’ ένα λουλούδι να μαζεύετε σοφία και ηλιόσκονη· αχ όντα
υδρόβια, μες στο χώμα ή φτερωτά, όντα της νύχτας
παιχνίδια των σεληνιακών αγγέλων με τη βούλα πάνω σας του Σκότους,
ψήγματα της δημιουργίας και που εν τούτοις και μ’ αντένες των υπόηχων και ραντάρ
του πράσινου ή του γκρίζου· όντα
άλλοτε μ’ ένα σάκκο καφετί στον ώμο μπαλωμένο κι άλλοτε φορώντας
ένα κοχύλι κατ’ ομοίωση του χρόνου ή μι’ ασπίδα του Μεσαίωνα ή
μια κερασφόρα προσωπίδα ηλιακού πολεμιστή· όντα μικρά
που τα φτερά σας έχουν τ’ άστρα πάνω τους της Μνήμης κι ερυθρούς
κύκλους μικρούς ενιαυτούς και αριθμούς του Μηδενός μεταμορφώσεις ή
στιγμές καρφιά πάνω στην πύλη της Ιστάρ· όντα της μέρας
παιχνίδια των ηλιακών αγγέλων με τη βούλα του Φωτός, μεγάλα όντα
που ερωτεύεστε και ζείτε και πεθαίνετε μη ξέροντας
μη καταδέχοντας να ξέρετε ποιος είμαι και πού πάω και τι θέλω αραδιάζοντας εδώ τα μαύρα ετούτα κόκκαλα της σκέψης μου.


ΤΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ

Μαθαίνω τελευταία πως οι άνθρωποι
πολύ συχνά πεθαίνουν από έμφραγμα
ή εγκεφαλικά κι απελπισία επειδή
δε βρίσκουν πάρκινγκ. Ναι, δεν βρίσκουν πάρκινγκ.
Ο άλλος, κάποιος μ’ αριθμό τον ΑΒΓΔΖΗΘΙΚΛΜ
9.099.843.211.507.9887 / έψαξε όλη τη Γαλλία, δεν βρήκε τίποτε,
ανέβηκε στις Άλπεις, τίποτε, κατέβηκε Ιταλία, έφτασε
μέχρι την Αίτνα, το ηφαίστειο
όλο κατειλημμένο, έφυγε προς Ρώμη, Βενετία, πέρασε ψηλά
στο Βελιγράδι, έφτασε στα Σκόπια, διάβηκε
προς την Κωνσταντινούπολη, επιτέλους
στο Κουρδιστάν
βρήκε και πάρκαρε ψηλά σε ένα δέντρο.

Όμως αυτό ήταν το δέντρο τ’ ουρανού
όπου παρκάρουν μόνο οι πεθαμένοι.


TEΛEIA ME ΠOΔIA

Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου.
Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια.
Περπατά.
Δε σταματάει· περπατά· γιατί το τέλος
του Κόσμου
βρίσκεται
παντού
και μια τελεία που περπατά
δεν ξέρει που να σταματήσει.


TO TEΛOΣ TOY TEPATOΣ

Σαν έφτασε το τέρας στην πλατεία
όλοι κρυφτήκαν έντρομοι στα σπίτια τους.
Κανείς δεν έβγαινε μ’ αυτό να πολεμήσει.
Δε βγήκ’ ο άγιος, δε βγήκε ο βασιλιάς,
δε βγήκανε οι νέοι, κι ούτε οι γέροι,
ούτε οι ξορκιστές, ούτε οι μάγοι.
Έτρεμαν όλοι εκτός από το τέρας
που είχε θρονιαστεί και καρτερούσε.
Tότες ένα κορίτσι έξι χρόνων
βγήκε μ’ έναν καθρέφτη. Θαρρετά
πλησίασε το τέρας και κρατά
μπροστά του τον καθρέφτη. Ξαφνικά
το τέρας βλέπει μπρος του ένα τέρας.
Τόσο τρομάζει που του κόβεται η ανάσα.
Δε μπόρεσε ούτε καν να κουνηθεί.
Έτσι με όπλο μόνο έναν καθρέφτη
το κοριτσάκι σκότωσε το τέρας.


ΤΑ ΔΙΑΛΥΤΙΚΑ

Εγκαταλείψανε τους τόνους, την παράγραφο κι ακόμη
τα διαλυτικά
(αυτούς τους τέλειους διδύμους της γραφής μας).
Έτσι στις ψησταριές και στις ταβέρνες τους δεν θά ’βρεις παϊδάκια·
όλοι τους πια σερβίρουνε παιδάκια.


ΕΡΩΤΗΣΗ ΚΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»
«Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά;
Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;
Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής».


ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Πυγολαμπίδες μπρος στην πόρτα μου περνούν
με βελονιές φωτιάς κεντούν το σούρουπο.


ΤΩΡΑ ΠΛΑΓΙΑΖΕΙ

Τώρα πλαγιάζει εκεί μες στα βουνά
σε μια σπηλιά πού ’χει κουρτίνα καταρράχτη.

(«Ελευθεροτυπία», Κοντέινερ, Απρίλιος του 2010)




ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ


Καλεσμένος στο «Μικρό Θέατρο» της Θεσσαλονίκης. Κάτι σαν εξάρτημα του Κ.Θ.Β.Ε. «Θέλουμε να επιλέξεις εσύ, να διαβάσεις ό, τι θέλεις» μου είπαν οι κυρίες που με προσκάλεσαν. Ξέρουμε την ποίησή σου. Ποιήματα στοχαστικά, σατιρικά, ιστορικά, ερωτικά, αληθινά ερωτικά. Εμείς τα ερωτικά σου δεν τα λέμε ούτε «πορνογραφήματα» ούτε «τολμηρά ερωτικά», τα λέμε «αληθινά ερωτικά», γιατί αυτό είναι: Θα σου δώσουμε και δυο κοπέλες εδώ του θεάτρου, πανέμορφες, σα βοηθούς αγγέλους, ίσως ν’ απαγγείλουν κι αυτές αν χρειαστείς κάτι τέτοιο, ίσως … Σα στο σπίτι σου…».

Έτσι έχοντας εγώ εκ δεξιών και εξ ευωνύμων την Μαρία Ιωαννίδου και τη Ντίνα Νικολαΐδου, κάναμε μια ωραία βραδιά. Απόλυτη σιωπή στο ακροατήριο κι άλλοτε εκρηκτικό γέλιο, οικειότητα, αφηγήσεις εκατέρωθεν… Έδωσα στις κοπέλες να διαβάσουν, διάβασα κι εγώ. Ένα δείγμα:

ΤΟ ΚΕΦΙ ΤΗΣ

Καθώς το ΙΒΙΖΑ μας πήγαινε στη θάλασσα,
με των παιδιών την ιδιότυπη εκείνη προφορά πού ’χουν οι ξένες
μου είπε η Ελένα ανεμίζοντας
τη φούστα πάνω απ’ τη διχάλα των ποδιών της:

«Γιάννη τι ευτυχία είν’ αυτή!
Τι όμορφα περνούμ’ εμείς οι τέσσερις!»
«Ποιοι τέσσερις;» τη ρώτησα. Κι απάντησε αμέσως:
«Εγώ κι ο πούτσος σου, εσύ και το μουνί μου».


Και την άλλη μέρα στο «Βέρντι», γωνία Αγγελάκη και Πρίγκηπος Νικολάου, πίνοντας καφέ, άλλοι να έρχονται, άλλοι να φεύγουν. Ήρθε κι ο φίλος μου ο Χρυσόστομος Τζημάκας. Του λέω μόλις κάθισε: «Κοίταξ’ εκεί, αυτή εκεί πίσω, αυτή τη γυναίκα…». «Πώς να τη δω μωρέ Γιάννη» μου λέει. «Πήγαν και φύτεψαν μπροστά της αυτό το πελώριο δέντρο… Τι παλιοφυλή βρε παιδί μου κι αυτοί οι Έλληνες. Πάνε και φυτεύουν τα δέντρα μπρος στις ωραίες γυναίκες…».

Έτσι μιλάει ο Χρυσόστομος. Τέτοιος είναι ο Χρυσόστομος. Καθηγητής της Ιατρικής στο Αριστοτέλειο…Μα πήρε πρόωρα σύνταξη γιατί τους σιχάθηκε… Κι ασχολείται πια με την αστροφυσική, τη συν-ζήτηση, τη ζωγραφική και… το μοιραίον φύλον. «Είστε καθηγητής Πανεπιστημίου;» τον ρωτούν. «Με το συμπάθιο, ναι», απαντά. Ζωγραφίζει, μα δεν κάνει εκθέσεις. Γιατί ντρέπεται λέει τον Ιερώνυμο Μπος. Γράφει και ποιήματα, για την «πλάκα» του. Αλλά επειδή δεν γράφει σαν τον Ελύτη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, δεν δημοσιεύει (κι ούτε ποτέ μού έδειξε ποιήματά του). Του αρκεί που δημοσίευσαν ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Σεφέρης. Και δεν είναι δυστυχής που αυτός δεν είναι σαν εκείνους. Κι ούτε προσπαθεί να τους υπονομεύσει εξαιτίας αυτού. Αντίθετα μάλιστα, είναι ευτυχής. Και χαίρεται την ποίηση εκείνων ως μεγίστη προσωπική δωρεά. Επειδή έχει το «γνώθι σαυτόν». Κι επειδή μέσω αυτού κατέχει το ύψιστο: την τέχνη του ζην.

Όμως εγώ, πρέπει να φύγω. Μπαίνω στο FIAT UNO μου κι εγκαταλείπω την αγαπημένη μου πόλη. Και τα μεσάνυχτα διασχίζω μ’ εκατόν σαράντα την Θεσσαλία, την μεγαλύτερη πεδιάδα του κόσμου. Ακούγοντας μουσικές από την Σικελία και την Σαρδηνία.

Κι έφτασα κάποτε σε τόπο με βουνά. Και σε ταβέρνα άκουσα τον Καζαντζίδη να λέει ότι τον κατέστρεψαν οι κακές παρέες (δηλαδή εγώ!). Και να συνεχίζει κλαίγοντας και μοιρολογώντας που ντρόπιασε το τίμιο όνομα του πατέρα του. (Αν είναι δυνατόν Στέλιο! Μπορεί για όλα να φταίει ένας άνθρωπος;). Και ν’ απέχει τριάντα μόνο μέτρα από κει ο ανδριάντας του Οδυσσέα Ανδρούτσου. «Καημένε Οδυσσέα να ’ξερες / γιατί σε γκρέμισαν απ’ την Ακρόπολη…», που λέει κι ο ποιητής.

Και μ’ άρεσε να περάσω νύχτα από τους Δελφούς. Σταματώ. Και μες στη σιγαλιά, η βρύση. Πήγα να πιω μα μ’ ενοχλούσε η τεράστια πυγολαμπίδα απ’ όπου βγήκα. Επιστρέφω λοιπόν στο αυτοκίνητο κι από το ανοιχτό παράθυρο «κλείνω» το αλάρμ. Και σώπασε καθαρότερα ο κόσμος. Κι αφού ήπια νερό προχώρησα πιο κει. Με καλούσε το λάλον ύδωρ της Κασταλίας. Στήνω αυτί κι ακούω:

«Πιο εύκολα κανείς γλυτώνει απ’ τη δυσμένεια των θεών
παρά από την εύνοια των ανθρώπων…»
Κ’ ύστερα:
«Ερήμωσε ο τόπος υφαντή μου. Γιατί βρίσκονται όλοι στα παράθυρα, θεραπεύοντας τη μεγάλη τους νοσταλγία για το κοτέτσι. Χλωμά πρόσωπα, νεκρά, που οι ψυχές τους τα εγκατέλειψαν αηδιασμένες κι έφυγαν, αφήνοντάς τα να κακαρίζουν υποκρισίες κι ανοησίες. Παράθυρα. Παράθυρα. Η θλιβερή πασιέντσα που ρίχνει μπρος σου η Μοίρα αν τολμήσεις ν’ ανοίξεις το κουτί...»


Δεν αγνοεί λοιπόν ο Απόλλων, σκέφτηκα, αυτά που συμβαίνουν στις μέρες μας. Και ούτε τ’ αποσιωπά. Μόνο που πρέπει να περάσεις από δω περασμένα μεσάνυχτα, μη προσδοκώντας τίποτε.

Και ύστερα, κατηφορίζοντας, πέρασα μέσα από γαλαξίες χωριών και πόλεων. Κι εκεί κατά τις τρεις ενύσταξε το σώμα μου. Και πήγα στο κέρας λιμανιού πολίχνης άγνωστης. (Σαν πασχαλίτσα είδανε τ’ αγρίμια κ’ οι θεοί το αυτοκίνητο πάνω στο κέρας του λιμανιού). Εκεί τράβηξα το χειρόφρενο. Βγήκα. Έλυσα τα δυο σκυλιά μου, τη χαρά μου και τη λύπη μου… Τ’ άφησα να τριγυρίζουν ελεύθερα. Κι εγώ πήγα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Πλάγιασα. Και κοιμήθηκα. Δηλαδή, ενώθηκα με το Παν και το Τίποτε.

(«Ελευθεροτυπία», Κοντέινερ, Μάιος του 2010)



CONTRA NATURAM


Όσο κι αν το ήθελε ο πάγκαλος Θεόδωρος, όσο κι αν το ήθελε η πάγκαλη Θεοδώρα, δεν έδεσε το πράμα. Έτρεχαν όλοι σε Γκέλερ και σε χαρτορίχτρες. Όμως εγώ, επιστημονικά πράγματα. (Άλλωστε, αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις). Μόλις αντελήφθην ότι στο Πασόκ υπάρχει πεταλωτής, αμέσως κατάλαβα ότι στη Νέα Δημοκρατία θα έχουμε σαμαρά. Η Ντόρα και ντορής να ήταν δεν θα τα κατάφερνε. Παρόλο το ντόρο της, ο ντορός της χάθηκε κάτω από τη λαοθάλασσα, που λένε και οι ρήτορες. Έχουν και τον αλογοσκούφη, σκέφτηκα… Πονηρές δουλειές του Κατσικονούρη… Μα μην απελπίζεστε, θα μας σώσει ο Κοιμήσης.
Κι ο παπουτσής; Τι θα κάνεις εσύ παιδί μου στον καιρό των αλόγων; Πόσο θα το παίξεις συμπονετικός; Κ’ ύστερα; Όταν δεν θα σε πιστεύει κανείς; Θα φέρεις σε πέρας την εκτροπή του Αχελώου; Θα κάνεις αυτό που δεν πρόλαβε ο σουβλιάς; Άιντε σακκορράφα που σας χρειάζεται! Γιατί, όποιος ακόμα υποστηρίζει την εκτροπή του Αχελώου, προς την πολύπαθη Θεσσαλία (από άλλους λόγους είναι πολύπαθη κι όχι από την έλλειψη των νερών του Αχελώου) είτε πάσχει από πνευματικό νανισμό, είτε από ανίατο πολιτικαντισμό. Χρίστο. (Που λέει κι ο Καβάφης).

Κατέστρεψαν την Ελευσίνα (με την έγκριση του Εθνάρχη). Κατέστρεψαν τη Σαλαμίνα (ο αδερφός του Εθνάρχη το έκανε). Κατέστρεψαν την Αττική, κατέστρεψαν βουνά, ποταμούς, νησιά, θάλασσες· κατέστρεψαν και καταστρέφουν, στο όνομα του κοινού καλού, οι κακούργοι. Πώς είναι δυνατόν να τους αφήνετε να συνεχίζουν;

Φυσικό περιβάλλον, κλίμα, παραγωγικοί άνθρωποι (γεωργοί, κτηνοτρόφοι, ψαράδες, βιοτέχνες, μαστόροι, εργάτες, καλλιτέχνες -κυρίως σατιρικοί-, αρχαιότητες, τραγουδοποιοί, ποιητές). Η κλειστή μας οικονομία: Ένας κήπος, μια βάρκα, μια κατσίκα, το κέφι μας. Αυτά είναι η δύναμή μας, αυτός είναι ο πλούτος μας, η «βαρειά μας βιομηχανία». Και θέλουν να την αποτελειώσουν. Πρώτα οι νεόπλουτοι της δεξιάς, οι καριερίστες κομμουνιστοφάγοι. Και τώρα οι «σοσιαλιστές». Αλλά, όπως το διαβάζω και στην ιστορία, ο σοσιαλισμός σκοτώθηκε μαζί με τον Αλλιέντε. Κι έμεινε μόνο το φάντασμά του. Τι να σου κάνει ένα φάντασμα; Δούρειος ίππος έγινε, κοινοβουλευτικός ίππος έγινε, ο καλύτερος συνεργάτης έγινε. Tων τοκογλύφων. Kαι των οικονομικών δολοφόνων της C.I.A. Ακριβέστερα, το τι έγινε ο σοσιαλισμός, μας το λέει ο ασύγκριτος, ο μέγας Παζολίνι, προβλέποντας, από τότε ακόμη, μ’ εκείνο το εξαίσιο ποίημά του:

ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ, ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1973:

Το φασισμό εγώ τον έζησα στη χώρα μου, τον ξέρω.
Βασάνιζε, φυλάκιζε· σκότωνε μόνο το κορμί
Μα πάντα έμενε το αθάνατο σιτάρι του λάου μου... Όμως
έρχεται ο καιρός (στη χώρα μου ήδη έχει φτάσει)
που θα γνωρίσουμε τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της "κουλτούρας",
πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και
είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες...
Αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές
και τις ρουφάνε προς το κέντρο σα βρικόλακες
αφήνοντας τα σώματα σκιές.


Ω ναι. Πριν ένα μήνα ήμουν καλεσμένος στο Ιράν, σε παγκόσμιο συνέδριο ποιητών. Στη γιορτή της υποδοχής, στην Τεχεράνη, ο πρόεδρος της κυβέρνησης, ο Μαχμούντ Αχμαντινεζάντ, ήταν παρών σε όλη την τρίωρη διάρκεια της τελετής. (Οι «δικοί» μας σε ανάλογες περιπτώσεις έρχονται για τρία λεπτά, μέχρι να τους «πάρουν τα κανάλια», κι αμέσως μετά την κοπανάνε). Ο αρχηγός του Περσικού κράτους λοιπόν, παρακολούθησε όλες τις απαγγελίες, κι έκλεισε ο ίδιος τη γιορτή της υποδοχής, απαγγέλοντας αγαπημένα του ποιήματα και μιλώντας με συγκίνηση, για τον Σααντί, για τον Αττάρ, για τον Μεβλανά Τζελαλουντίν Ρουμί… (Ας σημειώσω ότι στην Περσία δεν έχουν αγίους, αλλά ποιητές, ή ακριβέστερα: ως αγίους τους έχουν τους ποιητές τους…).
Ήταν ο ίδιος αυτός, ο Αχμαντινεζάντ, που είπε προσφάτως μιλώντας στον ΟΗΕ: «Είστε ειλικρινά εναντίον των πυρηνικών; Αμέσως, τώρα, εδώ, όλοι, χωρίς καμμιάν εξαίρεση, να υπογράψουμε την κατάργησή τους». Κάποιοι δεν άντεξαν μια τέτοια «προσβολή», τινάχτηκαν επάνω κι απεχώρησαν. Ήταν οι ίδιες οχιές που σκότωσαν τον Αλλιέντε, τον Παζολίνι, τον Τζων Λένον, τον Ούλαφ Πάλμε… Οι ίδιες οχιές που σαν είδαν τον Φιντέλ Κάστρο να σκοντάφτει, σφύριζαν κατάρες εναντίον του, οργισμένες, που δεν τσακίστηκε.

-Ναι; Ναι; Θέλει να πει κάτι ο Έζρα Πάουντ;

-«Σκόρπιες οι δροσοστάλες μα,
της κόλασης οι σπόροι περασμένοι στην κλωστή».


-Αυτό είναι του Ίσσα. Κάτι δικό σου Πάουντ, κάτι δικό σου για να κλείσουμε. -Κάτι δικό μου; Ναι:

«WITH USURA

………………………………………..
...γέμισε το γαλάζιο τ’ ουρανού με βρώμικους καπνούς· κανείς δε βρίσκεται
για να στολίσει με κεντήματα
το βυσσινί· κανένα Μέμπλιγκ
δε θά ’βρεις για το σμαραγδί.
Η τοκογλυφία
σκοτώνει το παιδί μέσα στη μήτρα
κόβει την όρεξη στον άντρα για ποδόγυρο·
φέρνει τη νέκρα πάνω στο κρεβάτι,
χώνεται ανάμεσα στη νύφη εκεί και στο γαμπρό
(CONTRA NATURAM).
Πουτάνες φέρανε στην Ελευσίνα
πτώματα στρώσαν στο συμπόσιο για το δείπνο
γιατί αυτό προστάχτηκε
απ’ την τοκογλυφία».


-Ευχαριστώ Πάουντ! Ευχαριστώ Φιντέλ! Ευχαριστώ Πιερ Πάολο Παζολίνι! Ευχαριστώ όλους εσάς, που δεν ανήκετε στη Δύση ή στην Ανατολή, αλλά μονάχα στη Δικαιοσύνη.

(«Ελευθεροτυπία», Κοντέινερ, Ιούνιος του 2001)




ΠΡΟΣΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ

Μίκης Θεοδωράκης, «Ελευθεροτυπία», Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010:

«…Για να εξοφληθεί το δημόσιο χρέος πρέπει μεταξύ άλλων να εκποιηθεί μέρος της κρατικής περιουσίας με εξαίρεση τις στρατηγικής σημασίας ΔΕΚΟ, μέρος της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας και να υποχρεωθούν οι έχοντες και κατέχοντες «να συνεισφέρουν στην κοινή εθνική προσπάθεια με ειδικούς φόρους…

…Για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας, η Ελλάδα πρέπει να αποχωρήσει τόσο από τον μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ., όσο και από το ΝΑΤΟ και να στραφεί σε χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα και οι Αραβικές χώρες…».



__________
Σημειώσεις:

Α. Παρακαλώ να μην διακόπτετε τον κύριο Μπογιόπουλο, γιατί ο άνθρωπος λέει (και με άριστο τρόπο) αυτά που χρειάζεται ν’ ακούσει ο κόσμος.

Επίσης να μην διακόπτετε τη Λιάνα, παρόλο που μερικές φορές μπερδεύει τον Γκάτσο με τον Ελύτη.

Β. Εικόνα 1. Πάν (ζωγραφιά του Γ.Υ. και της Αριάδνης, Θεσσαλονίκη 1994). 2. ΠΑΙΣ ΕΙΜΙ ΓΑΣ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΟΥ ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΟΣ (Αρχέτυπα). 3. Ακάνθινο στεφάνι (Αρχέτυπα). 4. Σώζοντας το βουλιαγμένο καράβι (Από «Το χαλί του σπαθιού», Περσία). 5. Aγγελος, ζωγραφιά του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

4 ΕΡΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

.

.


ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ *



«Με σάτυρο και με Χριστό μοιάζει αυτός.
Μα είν’ αλήθεια πως τα έχει τα χρονάκια του.
Σαρανταπέντε, με πενήντα. Ή πιο πάνω;

Υπάρχουν κούκλοι γύρω μου, τι να τον κάμω αυτόν;
Και οι γονείς μου θα μου λέγαν «τον παππού σου;».

Μ’ αν είχ’ εκατομμύρια, οι άχρηστοι,
νέο θα τον ευρίσκανε και με χιλιάδες χάρες.

Να τον ξανακοιτάξω. Ωχ, αμάν!
Μ’ αρέσει διάβολε! Κι ανάθεμα, ανάθεμα
στην κοινωνία που φθονεί, στην κοινωνία
τη δολοφονική, που δεν αφήνει
ν’ αγαπηθούμε λεύτερα, μ’ όποιονε μας γουστάρει».

____________________
*Από βλακεία είτε υποκρισία, λένε στα σχολικά βιβλία διάφορα για το ποίημα του Ελύτη
ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Διάφορα κι άσχετα.
Και βέβαια ο ποιητής νοιώθει ερωτευμένος με τη θάλασσα τη μεγάλη όπως και με τη θάλασσα τη μικρή.
Αλλά η Μικρή πράσινη θάλασσα, δεκατριώ χρονώ, πάνω απ’ όλα και πριν απ’
όλα, είναι ό,τι ακριβώς και η Κοντούλα λεμονιά, του άγνωστου Ηπειρώτη ποιητή.


Είναι ό,τι και το Σμυρνέικο ή Πολίτικο:

Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό/ήρθ’ ένα κορίτσι φως μου δώδεκα χρονώ…

Είναι ακριβώς ό,τι και το θαυμάσιο Θρακικό (και πάλι αγνώστου ποιητή) που το
τραγουδά ο έξοχος Χρόνης Αηδονίδης:

…Δώδεκα χρονώ η Ματένια / πού το βρήκε το παιδί;…

Είναι ακριβώς ό,τι και το παρακάτω δημοτικό των νησιών:

Πέρα στην Άγια Μαρίνη και στην Παναγιά
δώδεκα χρονώ κορίτσι εγίνη καλογριά.
Μήτε το σταυρό του κάνει, μήτε προσκυνά
μόν’ κοιτά τα παλλικάρια και κρυφογελά.
Και στα σταυροδρόμια πάει και κρασί πουλά.
-Πόσο το πουλάς κυρά μου πόσο την οκά
-Πέντε φράγκα στους γερόντους ντζάπα στα παιδιά.

Μα και ποιος ξεχνά το έξοχο "Χριστινάκι" του Βασίλη Ρώτα;

…που ήταν δώδεκα χρονώ
παρθένα Παναγιά μου
κι έλαμπε η γειτονιά μου.


__________
Περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τεύχος 144, Άνοιξη του 2009







Σημείωση:

Οι δυό ζωγραφιές είναι από το κοινό βιβλίο (ΑΛΕΚΤΩΡ Ο ΕΡΑΣΜΙΟΣ) που αποτελείται
από ποιήματα του Γιάννη Υφαντή συνοδευόμενα από ζωγραφιές του Γιώργου
Σταθόπουλου (εκδόσεις Βουρκαριανή Κέας, εξαντλημένο).
Ας αφήσουμε την πρώτη ζωγραφιά να συνοδεύει στην παρούσα περίσταση το ποίημα
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΦΗΒΗΣ. Όμως ας αντιγράψουμε εδώ, από το βιβλίο ΑΛΕΚΤΩΡ Ο ΕΡΑΣΜΙΟΣ
το ποίημα που συνοδεύεται από τη δεύτερη ζωγραφιά:


ΕΛΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΟΡΜΙ

Έλα ανθρώπινο κορμί πέρνα επάνω μου
θαυματουργή εικόνα πέρνα επάνω μου
κι απ' την αρρώστια του θανάτου γιάτρεψέ με.
Έλα ανθρώπινο κορμί, έλα επάνω μου
φέρε τη στύση μου ως τα βάθη του αιδοίου σου
κλείσε με στο λουλούδι σου αιώνιο δέντρο.

.
.

2 ΧΑΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ +
1 ΣΚΛΗΡΟ ΡΟΚ


ΓΙΑΤΟΝ ΦΩΤΑΚΗ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙ
(Αγρίνιο, Ιούνιος του 2007)

Για τον Φωτάκη τον μικρό και το θηρίο του σκυλί.
Που πρέπει να τ’ αφήσουμε λεύτερο μέσα στη βουλή
Να πνίξει τα καθάρματα και τους απατεώνες
Όλους και να γλυτώσουμε για μερικούς αιώνες.
Να πνίξει τον Καραμανλή, Σουφλιά μα και Σημίτη,
Να κόψει και του Μυταρά ολίγον τι τη μύτη

Να είναι οι ζωγράφοι μας τουλάχιστον ωραίοι
Κ’ οι βουλευτές να φαγωθούν σα να ’ναι αρουραίοι
Τα βλήτα, οι κοπρόμυαλοι, οι μύστες της απάτης
Χασάπηδες που εξάπαντως τους πρέπει ένας χασάπης.


Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΚΑΙ Ο ΦΩΤΗΣ
(Πελασγικόν, Ιούλιος του 2007)

Η Αριάδνη και ο Φώτης
ποιότητος κι αν είναι πρώτης
είναι συνάμα και τσογλάνια
και μαγειρεύουν σε καζάνια
σκουλήκια, φίδια και βατράχους
και τις χελώνες που «μονάχους»
τις λεν χωριάτες και αστοί.

Τις μαγειρεύουνε γιατί
τις πιάσανε πάνω στους βράχους
να κάνουν έρωτα με βλάχους
για να μαζέψουνε ευρώ
ν’ αποτελειώσουν το μετρό
που έχει έξοδο στην Κρήτη
στα όρη εκεί του Ψηλορείτη
όπου βοσκούς θα βρουν μονάχους
και καμηλιέρηδες φελάχους
που καταφύγανε στα μέρη
τα πιο ψηλά που ’χει η Κρήτη
για να ξεφύγουν το μαχαίρι
και τη μανία του Προφήτη
που θέλει όλες τις γριές
μες στο χαρέμι να τις βάλει
και μόλις το ’μαθε η Κλανάρα
απ’ την πολύ της την τρομάρα
κρύφτηκε σε βαθύ τσουβάλι
που το ’χουνε για τις ελιές
και των πουλιών τις κουτσουλιές.

Ω εσύ γλυκύτατε Προφήτη
και της ερήμου μυροβλύτη
που οι χριστιανοί σε λεν αλήτη
εγώ σταυλίτη θα σε κάνω
να καβαλάς αεροπλάνο
πύργους να μάθεις να καρφώνεις
κι όλη τη γη ν’ αναστατώνεις.


ΣΚΛΗΡΟ ΡΟΚ

Παλιοπαρέα, παλιοτόμαρα, χειρότεροι
κι από τους συμμορίτες του ΕΑΜ,
χειρότεροι κι από την 17 Νοέμβρη,
τις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή τον Τσε.

Πιάσαμε αξιότιμους πολίτες και τους πήγαμε δεμένους σε κρησφύγετο
εκεί μες στα βουνά.
Σε σπήλαιο που δεν φτάνουν οι αχτίνες ανιχνεύσεως των ΗΠΑ.

Τον ένα τον κοσκίνισαν οι σφαίρες μας
γιατί στην τηλεόραση συχνά
τα γεγονότα τά ’λεγε «ιβέντς».

Συντρόφισσα ανάλαβε με μάχαιρα κουζίνας
κάποιον που βίαζε γυναίκες και παιδιά.
«Βία στη βία» του ’πε «παλιοτσόγλανε»
και του ’στριψε τη μάχαιρα στον κώλο του βαθειά.

Κι άλλη συντρόφισσα φορώντας ελαφιού
μάσκα σκοτώνει στη σειρά εννέα κυνηγούς
και δύο τους τραυμάτησε σακάτηδες να μείνουν
όπως συμβαίνει κάποτε στους άμοιρους λαγούς.

Είχαμε κι εστιάτορα πού ’βαζεν ασυστόλως
αντίς για λάδι λίπη στη σαλάτα μας.
Τον εκτελέσαμε με δέκα πηρουνιές.

Τον ιατρό του ΙΚΑ τον εσύραμε
πάνω στα πτώματα των άλλων και τον πνίξαμε
στουπώνοντας το στόμα του με πλήθος φακελάκια
μέχρι που έσκασε σα γέρος στην ουρά.

Είχαμε κι ένα δήμαρχο που τά ’πιανε από μίζες
μοιράζοντας χοντρά λεφτά με φίλους του εργολάβους
ενώ μας είχε ο άχρηστος πνίξει μες στα σκουπίδια.
Τον ξεκοιλιάσαμε και πέθανε κρατώντας
τα πλούτη του που χύνονταν έξω απ’ την κοιλιά του.

Αυτόν που είχε βίτσιο του να πνίγει με θηλειά
σκύλους και γάτες ή παλούκωνε αλεπούδες
στο βράχο τον κρεμάσαμε, πάνω από φωτιά
και σιγοκαίγονταν εκεί για πέντε ώρες.

Τους στείλαμ’ όλους τους να κάνουν ένα μπρέικ,
τους στείλαμ’ όλους τους να κάνουν τάιμ άουτ.

Παλιοπαρέα, παλιοτόμαρα, χειρότεροι
κι από τους συμμορίτες του ΕΑΜ,
χειρότεροι κι από την 17 Νοέμβρη,
τις Ερυθρές Ταξιαρχίες ή τον Τσε.

Σόρι παιδιά που είμασταν σκληροί.
Στο μέλλον ίσως να ’μαστε σκληρότεροι.


ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (χειμώνας 2009-2010)....

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΠΕΝΤΕ ΚΕΙΜΕΝΑ (δημοσιευμένα στο "Κοντέινερ" της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ)

.

ΟΙ ΦΟΡΑΔΕΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ

Με την κατάληψη της Κύπρου, ένοιωσε ο ελληνικός λαός τον πόνο και την ταπείνωση της βιασμένης Μεγαλονήσου. Την Κύπρο, που βίαζαν οι Τούρκοι, την κρατούσαν οι Αμερικανοί και οι μεγαλόσχημοι της Δυτικής Ευρώπης, μα και η Ελλάδα, κρυμμένη πίσω από διάφορα προσωπεία: έκπληξης, αποτροπιασμού, συμπόνιας… Μαζί κι αυτή κρατούσε την Κύπρο για να την βιάζουν οι Τούρκοι. Η Ελλάδα; Τρόπος του λέγειν: Εννοώ οι Ελληνικές κυβερνήσεις: Χουντικές, «δημοκρατικές», «σοσιαλιστικές», που παίρνουν η μια από την άλλη την σκυτάλη των Αμερικανών και των άλλων γνωστών και άγνωστων Εταιριών.

Ύστερα ήρθε η ατίμωση με τα Ίμια, για να προχωρήσει η βαρειά σκιά του εξευτελισμού με τις παραβιάσεις τουρκικών αεροσκαφών πάνω από το Αιγαίο.

Και μετά η ατίμωση μέσω της παραδόσεως του Οτσαλάν. Τι σημασία έχει αν πέντε εγκάθετοι παραδίδουν τον Οτσαλάν; Σημασία έχει πως το έκαναν της Ελλάδας οι εγκάθετοι, που εκλέγονται τάχα μου από τον Ελληνικό λαό. Έτσι, τι σημασία έχει αν μόνος αυτός ο λαός κατατρόμαξε πριν δύο αιώνες την Οθωμανική αυτοκρατορία; Τι κι αν μόνος αυτός νίκησε τον πολυδύναμο ιταλικό φασισμό; Τι κι αν μόνος αυτός κράτησε στα σύνορα για μήνες τον πολυδύναμο γερμανικό ναζισμό; Τώρα είναι κι αυτός ένας από τους λαούς που παραδίδει ήρωες, που βοηθά φασιστικές κυβερνήσεις, που παίρνει εμμέσως μέρος σε γενοκτονίες.

Και βέβαια το αίσθημα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας του ελληνικού λαού όλο και κατρακυλά. Συμμετοχή του ελληνικού στρατού στο ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ των εταιριών, και των βιομηχανιών όπλων. Που θέλουν κερδοφόρους πολέμους, κερδοφόρους βομβαρδισμούς, κερδοφόρο αίμα, κερδοφόρο πόνο, κερδοφόρα δυστυχία.

Και βέβαια το αίσθημα αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας του ελληνικού λαού κατρακυλά ακόμα περισσότερο καθώς, μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα γίνεται η χώρα με τα περισσότερα σκουπίδια, η χώρα με τους χαμηλότερους μισθούς, η χώρα με τους πιο διεφθαρμένους πολιτικούς, η χώρα με τους πιο διεφθαρμένους ιερωμένους, τους πιο διεφθαρμένους δικαστικούς, τους πιο διεφθαρμένους δημόσιους υπαλλήλους. Είναι αδύνατο να πας σε δημόσια υπηρεσία και, μια φορά στις δύο, να μην φτάσεις στα πρόθυρα εγκεφαλικού, να μην μαλώσεις άγρια με τον ηλίθιο, απ’ το παράθυρο μπασμένο υπάλληλο, που σε αντιμετωπίζει με την αλαζονεία και το ύφος σαράντα παττακών κι εξήντα παπαδόπουλων.

Όταν όλα τούτα συμβαίνουν, ο λαός, μη έχοντας πια συγκεκριμένο κι ορατό εχθρό, για να τον πολεμήσει και να σωθεί, καταντά να γίνεται, αυτό που οι χαιρέκακοι για δεκαετίες προσπαθούσαν να γίνει. Καταντά να γίνεται ένας άθλιος λαός. Ένας πολτός που μπορεί να του δώσει ο "καθένας" το σχήμα που θέλει. Και βέβαια, όλο αυτό που συνέβη με τον Ελληνικό λαό τα τελευταία 20 χρόνια, όλη αυτή η επιτυχημένη μετάλλαξη προς την αθλιότητα, μου θυμίζει τις φοράδες του Πλούταρχου:

Σε μια περιοχή, λέει ο Πλούταρχος, όλος ο πλούτος των εκεί κατοίκων στηρίζονταν στην εξαγωγή μουλαριών. Και για ν’ αυξήσουν περισσότερο τον πλούτο τους, έπρεπε να καλυτερέψουν τη ράτσα των μουλαριών. Έψαξαν λοιπόν και βρήκαν την πιο καλή ράτσα από φοράδες, τις πιο όμορφες, τις πιο δυνατές, τις πιο υπερήφανες, και τις έβαλαν να διασταυρωθούν με τα γαϊδούρια τους. Όμως οι φοράδες αυτές με κανένα τρόπο δεν δέχονταν να τις καβαλλήσουν τα γαϊδούρια. Αδύνατον. Οι έμποροι μουλαριών έπεσαν σε απελπισία. Όμως ένας σταυλάρχης, πανέξυπνος και με τεράστια εμπειρία πάνω στην ψυχολογία των ζώων, βρήκε τι έφταιγε. Και ζήτησε την άδεια να εφαρμόσει το σχέδιό του. Πήρε λοιπόν τις φοράδες, τις κούρεψε άσχημα (χαίτη, ουρά, ψαλιδιές παντού), τις άλειψε με βρωμιές, και τις οδήγησε στον παρακείμενο ποταμό. Οι φοράδες βλέποντας στα νερά την όψη τους, παρέλυσαν. Έχασαν όλη τους τη διάθεση. Έχασαν την διάθεση για κάθε αντίσταση. Και δεν έφεραν πια καμμιά δυσκολία στα γαϊδούρια. Τ’ άφησαν να τις πηδούν, όσο ήθελαν, όπως ήθελαν.


ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ

«Ούτε καν αυτόν τον Καλιγούλα δεν θα τολμούσα να κατηγορήσω», λέει ο Μπόρχες. Το λέει τάχα για να κάνει επίδειξη; Αβασάνιστα; Άσοφα;

Ο Ηράκλειτος όσο περισσότερο συνειδητοποιούσε αυτό τον αλληλοσπαραγμό μέσα στον κόσμο, τόσο και περισσότερο μελαγχολικός γινόταν. Έκλαιγε. Γιατί δεν άντεχε την καταστροφή των μορφών. Ο Δημόκριτος από την άλλη γελούσε. Επειδή γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μορφές, παρά μόνο άτομα, άτομα πυκνότερα εδώ και αραιότερα εκεί.

Όταν η «βία» είναι το θηλυκό του «βίος», θα μπορούσε να υπάρξει πράγματι, επιστημονικά, με απόλυτη ευθύνη του τι λέμε, θα μπορούσε να υπάρξει βίος χωρίς βία; Κάθε στιγμή του βίου μας στηρίζεται στον φόνο υπάρξεων όλης της ζωικής κλίμακας, από μικρόβια μέχρι μακρόβια. Υπάρχει μη βία κάπου στον βίο μας; Πού; Πότε; Πώς;

«Δεν θα σκότωνα ποτέ, μα ποτέ» λέει κάποιος «καλός» άνθρωπος. Και ρωτάς: «Αν δεις έναν μανιακό να πυροβολεί παιδιά στο προαύλιο ενός σχολείου και κρατείς όπλο, τι θα κάνεις; Θα καλέσεις την αστυνομία; Μέχρι να έρθει αυτή, δεν θα γλυτώσει κανένα παιδί. Μη τολμώντας να υπερβείς την «καλοσύνη» σου, έγινες κιόλας συνεργάτης του μανιακού φονιά».

Σίγουρα η κυρία είναι εναντίον της βίας, φανατικά εναντίον. Και βιάζεται να πάει σπίτι της να φάει αρνάκι, με τη βία ριγμένο κάτω, ένα ζώο που χτυπιόταν και τιναζόταν ανυπεράσπιστο, γνωρίζοντας την έσχατη μοναξιά, την έσχατη οδύνη, τη φρίκη του πόνου και του πνιγμού καθώς του έκοβαν το λαιμό. Για να το γδάρουν έπειτα, να το κομματιάσουν. Και να φτάσει στο πιάτο της κυρίας. Είναι όντως η κυρία εναντίον της βίας;

«Σκοτώνουν τα ζώα και τα τρώνε» έλεγε ο Εμπεδοκλής, «δεν ξέρουν ότι σκοτώνουν και τρώνε τα παιδιά τους». Αλλά κι ο Ηράκλειτος ήταν φυτοφάγος, όπως και οι περισσότεροι των αρχαίων σοφών. Αν γνώριζαν όντως οι Νεοέλληνες τον τρόπο ζωής των αρχαίων σοφών, τις σκέψεις τους, θα τους μισούσαν, γιατί θα τους θεωρούσαν εχθρούς της φοβερής ασυμμάζευτης κοιλάρας τους.

Δεν κρατούν όπλα, κι ούτε εκτέλεσαν ποτέ κανέναν. Όμως από τα δηλητήρια που βγάζουν τα εργοστάσιά τους, οι βιομηχανίες τους, πεθαίνουν χιλιάδες άνθρωποι. Το κράτος στηρίζει την εξουσία του σε μεγάλο βαθμό, χρηματοδοτούμενο απ’ αυτούς. Έτσι το κράτος αποκλείεται να τα βάλει με τους ευεργέτες του. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, πεθαίνουν κατά δεκάδες κι εκατοντάδες. Θα ήμουν τρομοκράτης αν εκτελούσα τέτοιους φονιάδες;

Ζούμε μέσα σε μια ψευδαίσθηση. Ο Ήλιος μας φαίνεται μεγαλύτερος και λαμπρότερος από τον γίγαντα Μπεντελγκέζε που ξεπερνά σε μέγεθος και λαμπρότητα τον Ήλιο χιλιάδες φορές. Κι ακόμα, έξω από τα κοντινά ουράνια σώματα, βλέπουμε ως σημερινό, έναν πανάρχαιο ουρανό. Μάλιστα κάποια από τ’ άστρα του αυτά έχουν ήδη, από χιλιάδες χρόνια διαλυθεί. Ο άνθρωπος ζει μέσα στην πλάνη. Διαβαθμίζει τη βία ανάλογα με το μέγεθος και την απόσταση. Αλλά και τα δυο τούτα είναι απατηλά. Νοιώθει φρίκη όταν το δυστύχημα συμβεί στη γειτονιά του. Ακούει σαν απλή είδηση, αδιάφορος, το ανάλογο δυστύχημα που έγινε στην Ινδία. Μόνο μέσα στην πλάνη του μπορεί να επιβιώσει ο άνθρωπος.

Μιλούν για δικαιοσύνη. Μα δικαιοσύνη δεν είναι να τιμωρείς αυτούς που χρησιμοποιούν βία. Δικαιοσύνη είναι να τιμωρείς εκείνους που αδικώντας κατά συρροήν, αναγκάζουν τους αδικούμενους να χρησιμοποιούν βία.

Ο κύριος σκοτώνει τη χελώνα που μπήκε στον κήπο του. Όμως η χελώνα δεν ξέρει τίποτε από ιδιοκτησίες. Δεν έκανε ποτέ συμβόλαιο με τον κύριο, που μ’ αυτό, να του παραχωρεί την έκταση του κήπου ως αποκλειστικά δική του. Η άθλια ανθρώπινη ύπαρξη «μπάζει από παντού».

Τι θα μπορούσα να πω για τη βία; Αφού αυτή είναι ανεξάντλητη όσο κι ο βίος. Πείρατα βίου και βίας ουκ αν εξεύροιο, ούτω βαθύν λόγον έχουν.



ΚΛΙΜΑΞ ΘΩΜΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΧΩΡΑΣ

Πού είναι η ζωή που τη χάσαμε ζώντας;
Πού είναι η σοφία που τη χάσαμε στη γνώση;
Πού είναι η γνώση που τη χάσαμε στις πληροφορίες;


Ποια είναι η ζωή που τη χάσαμε ζώντας; Είναι αυτή μέσα στην οποία μπορούσε ο καθένας μας να πει τη φράση των Ορφικών: «Παις ειμί Γας και Ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον».

Μυθολογικά η ζωή που χάσαμε, ισούται με την απώλεια της ιδιότητας των τέκνων της Γης και τ’ Ουρανού. Αφότου ο Χρόνος-Κρόνος ευνούχισε τον Ουρανό, χάσαμε τον ωκεανό της αιωνιότητας. Πέσαμε στο ποτάμι του καιρού, μέσα στο ρεύμα της παροδικότητας, που οι όχθες του γίνονται φέρετρό μας.

Φιλοσοφικά η ζωή που χάσαμε, είναι ο συμπάντειος, «ξυνός» (κοινός και σύν-νους) λόγος του Ηράκλειτου, απ’ όπου αποκομμένοι, κλειστήκαμε στην «ιδίαν φρόνησιν», στον ιδιωτικό νου, στην ιδιωτική γλώσσα.

Και βέβαια, σοφία είναι η πλήρως συνειδητοποιημένη εμπειρία μας.

Και βέβαια, γνώση είναι ό, τι προσλαμβάνουμε έξωθεν, από την πλήρως συνειδητοποιημένη εμπειρία των άλλων. Κινδυνεύοντας πάντα. Αν η ερωτική ευφροσύνη κι ο ενθουσιασμός δεν επιλέξουν τα λίγα και ουσιαστικά, αν αντιμετωπίσουμε τη γνώση σαν συζυγικό καθήκον, κινδυνεύουμε να γίνουμε αποθήκες γνώσεων. Και βέβαια «η πολυμάθεια δεν σε κάνει σοφό». Και βέβαια «πολυμαθίη» και «κακοτεχνίη» πηγαίνουν μαζί. Και βέβαια η απόσταση της κακότεχνης πολυμάθειας από τις πληροφορίες είναι τόσο μικρή.

Και οι πληροφορίες; Κινούντ’ εδώ, κινούντ’ εκεί, μέσω σκοπιμοτήτων. Δεν έχουν σίγουρη και συγκεκριμένη πηγή. Είναι συνήθως διαστρεβλωμένα ακούσματα, αναξιόπιστων ανθρώπων, για γεγονότα που έγιναν ή δεν έγιναν, είτε έγιναν μεν αλλ’ όχι όπως φημολογείται: Ποια είναι η αλήθεια για την Τιμισοάρα; Αυτή που έβγαινε στα πρωτοσέλιδα για μέρες ή εκείνη που γράφτηκε στα ψιλά και μόνο μια φορά; Γιατί χρησιμοποιήθηκε, όπως χρησιμοποιήθηκε, ο βουτηγμένος στην πίσσα κορμοράνος;

Ζούμε μες στα σκουπίδια που ρίχνονται μες στο σπίτι μας από το παράθυρο που λέγεται τηλεόραση. (Γιατί θέλουν τόσο πολύ να μας πείσουν ότι ο κόσμος, δεν είν’ εκείνο το απέραντο που μας φανερώνει ο Ήλιος, αλλ’ είναι μόνο αυτό το απομονωμένο που μας δείχνει ο φακός της τηλεόρασης;).

Δίνουμε ραντεβού, ν’ ανταμωθούμε, επειδή μας χωρίζουν σκουπίδια. Κολυμπούμε στα σκουπίδια, γυρεύοντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου, προσπαθούμε, αναμερίζοντας σκουπίδια. Παραιτούμεθα τέλος λέγοντας, «ίσως αυτό να είναι το πρόσωπο του άλλου, ένα κολύμπι μέσα στα σκουπίδια».

«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο. Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο».

Πίσω ολοταχώς. Να βγούμε από τα σκουπίδια των πληροφοριών. Προς το σκαλοπάτι της γνώσης. Κι από κει προς το σκαλοπάτι της σοφίας. Όπου το οιδιπόδειο, όντας πνευματικό αρχέτυπο κι όχι σύμπλεγμα, αποκαλύπτει την βαθύτερη θεοποιό σημασία του. Η Αφροδίτη που γεννήθηκε από τον αφρό, όταν τα ερωτικά μέλη τ’ Ουρανού πέσαν στη θάλασσα, γίνεται οδηγός μας. Όσοι ερωτευτούμε τη Ζωή (τη μάνα μας), γινόμαστε αυτός που νίκησε τον Χρόνο-Κρόνο, γινόμαστε Ζευς. Γινόμαστε οι μετέχοντες στην συμπάντεια αλληλουχία, όπου τίποτε δεν είναι αποκομμένο και θνητό. Γινόμαστε αυτοί που μπορούν να βιώσουν όσα βίωσε ο Σεγκ Τσαν, όταν ξεστόμισε το εξαίσιο: «Δεν υπάρχει εδώ ή εκεί, η αιωνιότητα βρίσκεται μπρος στα μάτια μας».



ΕΓΩ ΕΙΜ’ ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ

Με λεωφορείο του ΚΤΕΛ, Τρίτη, 14 Ιουλίου, με των 12, από Πάτρα για Αγρίνιο. Μαζί με το ξεκίνημα του αυτοκινήτου μπαίνουν και τα σκυλέ του ραδιοφώνου. Δηλαδή, για μιάμιση ώρα, ο οργανισμός μου θα πρέπει να αμύνεται μ’ όλες του τις δυνάμεις, απέναντι σ’ αυτό το δηλητήριο, που αποσυντονίζει τα κύτταρά μου και παραλύει τα μέλη μου.

Ακούω αυτό το ξεκίνημα του ηχητικού εμετού και προσπαθώ να ηρεμίσω τον εαυτό μου. Σχεδόν, επειδή τον φοβούμαι, του δίνω διαταγές: «Κοίταξε να ξεχαστείς ρε γαμώ το… Κάνε όμορφες σκέψεις… ψιθύρισε Καβάφη, Έλιοτ, Ρεμπώ,… ή, κρατήσου από αυτό το πανέμορφο τοπίο…».

Λέω στον εαυτό μου, αυτά που του λέω πάντα σ’ αυτή την περίπτωση… Πάντα αποφασίζω ότι δεν θα εξεγερθώ…(δεν γίνεται σε κάθε ταξίδι να μαλώνω με τον οδηγό)…Και πάντα ο εαυτός μου εξεγείρεται, ερήμην μου, έτοιμος αν χρειαστεί να σκοτώσει ή να σκοτωθεί…
«Αλλά σήμερα όχι… όχι κι αυτή τη φορά….Προσπάθησε….Όχι σου λέω ρε γαμώ το, άχρηστε, που σωματοποίησες ανάμεσα στους άγλωσσους βαρβάρους τη σχέση αίσθησης κι αισθητικής… όχι!...».
Έδωσα τις διαταγές στον εαυτό μου, αλλά η πραγματικότητα πραγματικότητα... Αρχίζω να λειώνω σαν παγωτό πάνω στη ζεστή άσφαλτο. Μόνο ο θυμός μου ακόμα με κρατάει κάπως από την κατάρρευση. Που δεν αντιδρά κανείς ρε γαμώ το. Που με βασανίζουν εν καιρώ ειρήνης και δεν το αντιλαμβάνεται κανείς…

Αλλά να, μια γυναίκα ακούγεται, μια γυναίκα που αντιδρά:
«Σας παρακαλώ… σταματήστε αυτά τα σκυλοτράγουδα, επιτέλους, σας παρακαλώ…είμαι άρρωστη…»
«Σε μένα μιλάτε;» λέει ο οδηγός.
«Μα σε ποιόν άλλον; Σε σένα…».
«Μα τα θέλει ο κόσμος κυρία μου. Δεν τα θέλετε;».
«Και βέβαια τα θέλουμε» απαντά μια κυράτσα…
«Μα πονάει το κεφάλι μου κυρία μου…Έρχομαι από γιατρό… Δεν είμαι υποχρεωμένη….» λέει η γυναίκα.
«Κι εγώ θέλω να χαλαρώσω με τραγούδια κυρία μου, δεν είμαι υποχρεωμένη…», απαντά η κυράτσα..
«Και γιατί σκυλοτράγουδα κυρία μου;…» φωνάζει ο οδηγός, «ελληνικά τραγούδια είναι…»
«Υπάρχουν και ξένα σκυλοτράγουδα; Δεν το ’ξερα…Αλλά δεν θα κάνουμε τώρα συζήτηση…κλείστε το».
«Βάλε Μπετόβεν στην κυρία παιδί μου…» φωνάζει η κυράτσα.
«Μα και Μπετόβεν να ήταν δεν είμαι υποχρεωμένη…καταλαβαίνετε… είμαι άρρωστη… έρχομαι από γιατρό….Και Μπετόβεν να ήταν δεν επιτρέπεται να μου τον επιβάλετε. Το λεωφορείο είναι μισθωμένο, ανήκει στους επιβάτες…».
«Επιβάτις είμαι κι εγώ κυρία μου», επιμένει η κυράτσα, κάνοντας τον οδηγό να καγχάσει χαιρέκακα, ενώ, ενώ χαμηλώνει κατά τι το εμετόριο…

Αυτή η φασαρία με δυνάμωσε. Αλλά στην ησυχία που ακολουθεί, τα χαμηλωμένα σκυλέ φτάνουν καθαρά ως εμένα. Και νοιώθω να με παραλύουν… Προσπαθώ από κάπου να πιαστώ…Κι ευτυχώς, ευτυχώς που υπάρχει κάτι να θυμώσω…ευτυχώς… αφού εντοπίζω πίσω μου δεξιά, έναν νεαρό, ήρεμο, απαθή. Έχει όλα όσα είχα στα εικοσιπέντε μου. Γένι, μαλλιά μακριά, επαναστατική εξάρτυση…όμως, μέσα του είναι χυλός… Η γενιά της καφετέριας γαμώ το… Όχι δεν είναι από αυτούς που βάζουν μπριλ κριμ και κλειστό παπουτσάκι με σοσόνι τον Ιούλιο… είναι απ’ αυτούς που υπολογίζουν να ρίξουν καμιά γκόμενα, διαφοροποιούμενοι, παίζοντάς το εμφανισιακά ολίγον τι Τσε Γκεβάρες. Γαμώ το καντήλι τους…

Έχουμε διανύσει κάπου το ένα τρίτο της διαδρομής, περάσαμε την Παλιοβούνα, φάνηκε ο Εύηνος. Πιο κάτω εκεί, δεξιά, στη στροφή, πάνω από τον Εύηνο, υπάρχει κάτι σαν ανεπίσημο πάρκινγκ. Όταν ταξιδεύω με τ’ αυτοκίνητό μου, σταματώ σ’ αυτό το σημείο, να δω τον Εύηνο από ψηλά... Αχ εσύ αέρα της ελευθερίας…Αλλά τώρα, τώρα είμαι σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ, τώρα είμαι στην κόλαση, στα πρόθυρα εγκεφαλικού…

Μα ξάφνου, τι συμβαίνει; Βλέπω το νεαρό να περνά με σπουδή δίπλα μου κρατώντας πιστόλι. Λίγο πριν το ανεπίσημο αυτό πάρκινγκ, το άγναντο αυτό, πάνω από τον Εύηνο... Πριν καταλάβω καλά τι γίνεται ακούω:
«Κόψε δεξιά και σταμάτησε ρε σκατόμαγκα. Κόψε δεξιά, εδώ, εδώ, αλλιώς θα σου την ανάψω».
Ο οδηγός κόβει ταχύτητα, μπαίνει δεξιά και σταματά…Ο νεαρός πηγαίνοντας προς τον οδηγό, χτυπά στον ώμο την κυρία που ήθελε να χαλαρώσει.
«Σήκω να χαλαρώσεις κυρία μου. Μπρος, έξω, έξω… Κι εσύ έξω καριόλη…» λέει στον οδηγό. «Έξω κ’ οι δυο γαμώ την κωλοκοινωνία σας, γαμώ τις δημοκρατίες των πολυεθνικών…έξω…».
Δεν προλαβαίνω να δω. Οι δυο έχουν βγει έξω κι από κοντά τους ο νεαρός με το πιστόλι… Δεν προλαβαίνω να δω…κάποιοι σηκώνονται να κοιτάξουν…ακούω μόνο…όλοι σηκώνονται να κοιτάξουν… ακούω μόνο: «Εσύ γαμημένε βασανιστή για να πας στα αιώνια σκυλάδικα!». Κι ακούω την πρώτη πιστολιά. «Κι εσύ αγάμητη σκυλού για να βρεις την αιώνια χαλάρωση». Κι ακούω τη δεύτερη πιστολιά.
Βρίσκω τη δύναμη να σηκωθώ. Και προλαβαίνω να δω τον νεαρό να δίνει σάλτο προς της δασωμένη πλαγιά. «Δεν θα τον πιάσουν» σκέφτομαι. «Όχι. Δεν θα τον πιάσουν… Φεύγει προς τα βουνά…. Προς τις πηγές του Εύηνου… και… του Γαλαξία…».
.
.
.
ΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΑΥΤΙΑ ΓΑΪΔΑΡΟΥ

Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι η πιο αρχέγονη σχέση των κυττάρων μας, είναι αυτή τους η σχέση με τους ήχους; Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να χορέψουμε, δεν είναι μια δική μας απόφαση, αλλά τα ίδια μας τα κύτταρα, τα ίδια μας τα μέλη, που σαν κλωνάρια δέντρου δεν μπορούν ν’ αντισταθούν σ’ αυτό τον αρχέγονο άνεμο; Κι ενώ στο άκουσμα της αληθινής μουσικής και του αληθινού λόγου, τα κύτταρά μας με μαθηματική ακρίβεια συντονίζονται προς αρμονικές ανακατατάξεις, που μας γεμίζουν συγκίνηση, ενθουσιασμό κι ευφροσύνη, αντίθετα, αυτός ο εμετός της δήθεν μουσικής, της δήθεν φωνής, του δήθεν στίχου, αποσυντονίζει τα κύτταρά μας, παραλύει τα μέλη μας, μας αρρωσταίνει με κάτι πιο διαλυτικό κι από αυτή τη ναυτία βαρύτατης μορφής. (Το ίδιο ακριβώς υφίστανται τα ζώα, ακόμη και τα φυτά. Όλα τα όντα που δεν έχουν χάσει την πρωταρχική τους φύση)...

Έχει ξεχαστεί το νόημα του μύθου που μας μιλά για τον Απόλλωνα, τον Μαρσύα και τον Μίδα. Γι’ αυτό και μοιάζει να είναι ο σκληρότερος μύθος της Ελληνικής Μυθολογίας. Μοιάζει, επειδή οι άνθρωποι θέλουν ν’ αγνοούν ότι «η υπερβολή φέρνει υπερβολή». Μοιάζει, επειδή, όσοι έχουν αυτιά γαϊδάρου, αδυνατούν να υποψιαστούν το μαρτύριο που προκαλεί η κακοτεχνία. Κι ο μύθος αυτό ακριβώς θέλει να μας αποκαλύψει: Πόσο φονικό πράγμα είναι η κακοτεχνία για κείνον που έχει ευ-αίσθητα προσληπτικά όργανα, για κείνον που η καλλιτεχνία είναι ανάσα ζωής, λύτρωση κι ευφροσύνη. Ο Μαρσύας λοιπόν, εγδάρη ζωντανός (γυμνώθηκε βιαίως από την ματαιόδοξη αυταπάτη του -δεν θα μιλήσω για ύβρη-), επειδή επέμενε να αντιπαραβάλλει την βλαπτική κακοτεχνία του με την ιαματική τέχνη του Απόλλωνα. (Ας μην ξεχνούμε ότι ο Απόλλων, εκτός από μουσικός και ποιητής, είναι όχι τυχαία, ο πατέρας του Ασκληπιού, του θεού της ιατρικής!). Κι όσο για τον Μίδα, που πήγε με το μέρος του Μαρσύα, αυτός απόχτησε αυτιά γαϊδάρου. Γιατί εντέλει, φτάνουμε κάποτε να γινόμαστε εξωτερικά το τοτέμ που μέσα μας έχουμε.

Και βέβαια πριν απ’ όλα η σιωπή. Ολόκληρη αιωνιότητα και ποτέ δεν με κούρασε η σιωπή, ποτέ δεν μ’ ενόχλησε. Αντιθέτως, υπήρξεν η υπέρτατη ακουστική ευφροσύνη μου.

Και ύστερα οι φυσικοί ήχοι. Ο ήχος του ανέμου, των νερών, ο ήχος όλων των όντων. Οι φωνές των πουλιών. Οι φωνές όλων των ζώων. Και των ανθρώπων. Κυρίως εκείνων των ανθρώπων που τους δόθηκε η χάρη να χρησιμοποιούν την φωνή τους, στο πρωταρχικό, λειτουργικό, ιαματικό της επίπεδο. (Χρόνης Αηδονίδης, Σουμποτίνοβα, Ναργκίς, Μαρία Κάρτα, Φεϊρούζ, Στυλιανός Μπέλος, Πανούτσος, νεράιδες των νησιών και της ενδοχώρας, της Σμύρνης και της Πόλης, παλιότερες και σύγχρονες. Ντέμης Ρούσος, Ενρίκο Μασίας, δωρικός Μπιθικώτσης, αρχαγγελικός Ξυλούρης, Ψαραντώνης ο δίος…).

Με μουσικά όργανα (έξοχα γλυπτά, σαν τους ήχους τους). Η γκάιντα (του Διόνυσου), η σιτάρ (του Ραβί Σανγκάρ), η φλογέρα, ο αυλός, το νέι, το φλάουτο, η λύρα (του Ορφέα, του Κρητικού, του Κύπριου, του Πόντιου), το τύμπανο (της Γης), το ντέφι (της Σελήνης), τα κύμβαλα (της Κυβέλης), η ράβδος (του ραβδωδού), η άρπα, το κανονάκι, η τσαμπούνα (του Θεόκριτου), το κλαρίνο (του Σαλέα), η κιθάρα (του Κάρλος Σαντάνα), το βιολί (του Γιεχούντι Μενουχίν).
Συζήτηση Σανγκάρ και Μενουχίν, με σιτάρ και βιολί, έχετε ακούσει; Όχι; Μα είναι δυνατόν;

Και βεβαίως, οι έξοχες μουσικές της Θράκης, της Κρήτης, της Κύπρου, των νησιών, της Ηπείρου. Μουσικές των Βαλκάνιων και των Σλάβων, όλης της Μεσογείου, των Γότθων, της Κίνας, της Περσίας, των Σύρων, των Φοινίκων, των Αφρικανών…Κι αυτές οι μουσικές της Ινδίας, εκφράζοντας απόλυτα την ίδια στιγμή και μέσα στον ίδιο σκοπό, την ύψιστη γλυκύτητα και την βαθύτερη πίκρα, όλη τη χαρά κι όλο τον πόνο που μπόρεσε ν’ αντέξει η ανθρώπινη ύπαρξη, από την άναρχη αρχή του κόσμου μέχρι σήμερα.
Μουσικές του Μπετόβεν, του Μπαχ, του Κάρλ Ορφ, του Στραβίνσκι, του Μπραντουάρντι, του Θεοδωράκη, του Βαγγέλη Παπαθανασίου, του Ζαβαρακατρανέμια και των άλλων έξοχων τραγουδοποιών μας…

Μουσικές των εθνών, των ηπείρων. Και μουσικές με ρίζες πλανητικές, προπλανητικές, ηλιακές, γαλαξιακές… Σαν κάποιες από αυτές του Σαντάνα (Abraxas), των Τάντζεριν ντριμ (Poland), των Χου (Teenage wasteland), των Πινκ Φλόυντ (Set the Controls for the Heart of the Sun), των Ντορς (The End).

Και τέλος ο θόρυβος των μηχανών. Θόρυβος, ναι. Μα όταν είναι παροδικός, όταν δεν υπερβαίνει σε ντεσιμπέλ την αντοχή των τυμπάνων μας, είναι ανεχτός. Χίλιες φορές πιο ανεχτός από τον οχετό της φονικής ανθρώπινης κακοτεχνίας.



ΕΙΔΗΣΕΙΣ

1. Κυκλοφόρησε προσφάτως (από τις εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ info@potamos.com.gr) το βιβλίο του Ορέστη Δαβία "Θαύματα χλωρά", με σχέδια του Διαμαντή Αϊδίνη και πρόλογο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη.

2. Κυκλοφόρησε προσφάτως (από το βιβλιοπωλείο Τσιρίμπαση, Λευκάδα) το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου "Χ(ε)ίλια δίστιχα". Όλα για το φιλί. Δείγμα:

Για δύο δευτερόλεπτα να ’μπαινα στη ζωή σου:
να μ’ άναβαν τα χείλη σου, να μ’ έσβην’ η πνοή σου.

.
.
3. Κυριάκος Φύλης*

ΣΑΝ ΜΑΓΟΣ ΣΑΝ ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ**

Απ’ τη σπηλιά της Αλταμίρας
μέχρι τις κρύπτες της Παλμύρας
κι από τις εκβολές του Νείλου
μέχρι τους λέοντες της Δήλου

ψάχνεις για νά ’βρεις τις αλήθειες
και της ζωής τα μυστικά
σε Γραμμικές Άλφα και Βήτα
παπύρους και ιερογλυφικά.

Κούρσεψες όλη τη Μεσόγειο
άλλοτε επίκεντρο της γης
της Ατλαντίδας της χαμένης
τα ερείπια ελπίζοντας να βρείς:

Πέργαμο, Λίνδο, Καρχηδόνα,
Ηράκλειες Στήλες, Κτησιφών,
το μυστικό στρατί γυρεύεις
τα σταυροδρόμια των σοφών…

Σαν μάγος σαν αλχημιστής
ποτό της γνώσης φτιάχνεις
μα της αλήθειας την πηγή
για πάντα θα την ψάχνεις·

χίμαιρες πια μην κυνηγάς
σε μύθους μην πιστεύεις
μέσα σου ψάξε και θα βρείς
εκείνο που γυρεύεις·

χωρίς αγάπη (είν’) η ζωή
γιορτή χωρίς τραγούδια
έρημος δίχως όαση
κήπος χωρίς λουλούδια.


______________
* Kατάγεται από τη Ρόδο. Μένει στη Γερμανία.
Tel. 0049 871 1430194

** Ποίημα του Κυριάκου Φύλη, βραβευθέν στο διαγωνισμό της kithara.gr (βλέπε λεπτομέρειες της βράβευσης στο http://mousikiamilla.blogspot.com/2009/07/1-kitharagr_08.html
.
.
4. Σημείωση (το αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι):

Στην ανθολογία ποιημάτων του 2008 που κυκλοφόρησαν από το περιοδικό "(δέ)κατα" συμπεριλαμβάνεται με λάθη στις πρώτες στροφές, το παρακάτω ποίημά μου. Παραθέτω εδώ το ποίημα χωρίς τα λάθη που αυτό έχει μέσα στην ανθολογία:


ΠΡΟΣ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Όχι δεν πρέπει εμείς δεν πρέπει να μιλούμε
και του φονιά μας την καριέρα να χαλούμε.

Και πρέπει νά ’βρουμε τον τρόπο να πληρώσουμε
του δολοφόνου μας το ρούχο αν λερώσουμε,

αν την ορμή του αίματός μας δεν κρατήσουμε
και του φονιά μας το κουστούμι πιτσιλίσουμε.

Ω πρέπει νά ’μαστε πολύ προσεχτικοί
όταν ο μπόγιας κάνει τέτοια τελετή

που μας τιμάει, που μεγάλο και τρανό
στον κόπο βάλαμε να σφάζει ουτιδανό.

Κοίτα το αρνί που κάτω έχουν κολλήσει
και το κρατούν για να του κόψουν το λαιμό,
με τα ποδάρια του ζητά τον ουρανό
μήπως και φτάσει ως εκεί για να πατήσει
στέρεο έδαφος να βρει και να λακίσει…

Κοίτα το αρνί που κάτω έχουν πατήσει,
μόνο αέρα κατορθώνει να κλωτσά
κι ο ουρανός πάνω απ’ τα πόδια του γλιστρά
γιατί κι αυτός δεν θα τολμούσε να βοηθήσει
όποιον κ’ οι άγιοι τον έχουν λησμονήσει,

(σ’ άμφια μέσα βολεμένοι κι εκκλησίες
δέχονται αυτοί βαθειές γονυκλισίες).


Όχι δεν πρέπει εμείς δεν πρέπει να μιλούμε
και του φονιά μας την καριέρα να χαλούμε.

Το λένε αυτό και συγγραφείς νατοϊκοί
(που τους παρέκαμψαν ο έρωτας κ’ η ποίηση
γιατί δεν έμειναν αθώοι και απλοί
και σ’ άλλα κόλπα βρίσκουν πια ικανοποίηση).


Όχι δεν πρέπει εμείς, δεν πρέπει να μιλούμε
και του φονιά μας την καριέρα να χαλούμε.

Και πρέπει νά ’βρουμε τον τρόπο να πληρώσουμε
του δολοφόνου μας το ρούχο αν λερώσουμε

αν την ορμή του αίματός μας δεν κρατήσουμε
και το καινούργιο του κοστούμι πιτσιλίσουμε.



___
Σημ. για τις ζωγραφιές:
1. Ξανθή φοράδα (από αυτές που έδιναν βραβεία στους νικητές των αγώνων οι Έλληνες της Τροίας, φωτογραφισμένη στη Βασιλική Λευκάδας. 2. "Ο Έλληνας" του Carl Haag. 3. Η Κόρη της Ακαρνανίας.