Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

TO «AX» ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 2010





ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ



Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ*

Ποια μουσική φυσά και κυματίζει το σπαθί του Σαιν Μισέλ;
Ω Άγιε Ρεμπώ κι Άγιε Μπος, μα ναι
ξέρουν να ξενυχτούν σ’ ένα «καφέ» , να συζητούν, ατέλειωτα, να συζητούν
όμως κανείς τους δεν λατρεύει τη Μαντόνα Νύχτα
τη Μαύρη Παναγία πού ’χει στο κορμί της τατουάζ αστερισμούς….(ΠΑΡΙΣΙ 1980)


Στις 21 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι λαοί γιόρταζαν το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Όμως οι βόρειοι λαοί που δέχτηκαν όψιμα τον (αλαζονικά και ανόητα) αποκομμένο από τη Φύση χριστιανισμό, ακόμα και σήμερα γιορτάζουν τα Ηλιοστάσια. Είναι δε γι’ αυτούς οι μεγαλύτερες γιορτές του έτους. Όσο για τους ποιητές, όντας παιδιά της Φύσης, πάντοτε γιόρταζαν και γιορτάζουν τα Ηλιοστάσια. Τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Σεφέρη που είναι και η τελευταία του ποιητική συλλογή, ακολουθεί τον ετήσιο κύκλο της Γης γύρω από τον Ήλιο, σταματώντας όμως επίμονα πάνω στους δύο πόλους αυτού του κύκλου, που είναι το Χειμερινό και το Θερινό Ηλιοστάσιο.
Οι πατέρες της Εκκλησίας ήθελαν ν’ αποσπάσουν τους ανθρώπους από τα
φυσικά πράγματα και τις γιορτές που ήσαν βγαλμένες από τη συμπεριφορά της Γης καθώς χορεύει πάνω στον κύκλο του ηλιακού έτους. Έτσι τοποθέτησαν πολύ κοντά στις φυσικές γιορτές τις χριστιανικές γιορτές. Κοντά, όχι πάνω, φοβούμενοι μήπως η αιώνια Φύση αφομοιώσει τα ανθρώπινα κατασκευάσματα. Κοντά, όχι μακριά. Πρώτον, για ν’ αφομοιωθούν οι φυσικές εορτές από τ’ ανθρώπινα κατασκευάσματα και δεύτερο, για να μην νοιώσουν τόσο πολύ αποξενωμένοι οι με τη βία αλλαξοπιστήσαντες, κι επιστρέψουν σ’ αυτό που είναι συνδεμένο με τον Ήλιο, τη Γη, την καρποφορία και το σώμα τους. Αναδιπλώθηκαν οι προσηλυτιστές ως προς την πλήρη κατάργηση των εορτών των βασισμένων πάνω στη σχέση Γης Hλίου. Παραιτήθηκαν από την περιτομή όπως αργότερα παραιτήθηκαν (αφού χύθηκαν ποταμοί αίματος) από την πλήρη κατάργηση των εικόνων. Αναγκάστηκαν ν’ αποδεχτούν τη γιορτή του Κλήδονα (Θερινό Ηλιοστάσιο), όμως πάντα, παίρνοντας όσο μπορούσαν τα μέτρα τους, από τον συκοφαντημένο και στημένο στον τοίχο πια Ελληνισμό. Τη γιορτή αυτή, από ηλιακή, γήινη και σωματική, την μετέτρεψαν σε γιορτή του Άη Γιάννη και την μετέφεραν λίγες μέρες μετά το Θερινό Ηλιοστάσιο.
Και τοποθέτησαν τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου» τέσσερις μέρες μετά την Εαρινή Ισημερία. Και τοποθέτησαν την γέννηση του Χριστού, εννιά μήνες μετά τον Ευαγγελισμό και τέσσερις μέρες μετά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Μα πώς να γίνει; Το σύμπαν βασίζεται στους αρχέτυπους νόμους του οι οποίοι με τον καιρό, αφομοιώνουν τα ανθρώπινα κατασκευάσματα και ρυθμίζουν τα πράγματα όχι σύμφωνα με τη θέληση του ανόητου Πενθέα, αλλά σύμφωνα με τις φυσικές δυνάμεις που ενσαρκώνει ο θεός Διόνυσος. Ακόμα και η τεχνολογία δεν μπορεί να ξεφύγει από τ’ αρχέτυπα. Τα αυτοκίνητα μοιάζουν με τετράποδα ζώα· τ’ αεροπλάνα μοιάζουν με ψάρια, πουλιά, φαλλούς· τα ελικόπτερα με ακρίδες και λιμπελούλες· οι πύραυλοι με βέλη, βλήματα ή σπερματοζωάρια.
Μα ας επιστρέψουμε στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο κατά το οποίο οι αρχαίοι γιόρταζαν την είσοδο των θεών στη γήινη κοινότητα.
Κατά το Xειμερινό Ηλιοστάσιο έχουμε την μεγαλύτερη νύχτα του έτους και συνάμα την μικρότερη μέρα του έτους. Μετά από αυτό, αρχίζει να μικραίνει η νύχτα κι αρχίζει να μεγαλώνει η μέρα. Αλλιώς αν το πούμε, κατά το Xειμερινό Hλιοστάσιο, η έγκυος νύχτα γεννάει το νέο φως. Δηλαδή η Παναγία Νύχτα, με το άπειρο πλήθος των άστρων της, γεννά τον Ήλιο-Χριστό. Και πιο ποιητικά: Η ολάνθιστη Σιωπή, γεννά τον Λόγο. Ο Λόγος, άλλο δεν είναι παρά η ενσάρκωση σε ανθρώπινο επίπεδο, της άπειρης, απεριόριστης και ασύλληπτης Σιωπής. Όντως μυστήριο μέγα, αν μυηθούμε πράγματι στη σοφία και δεν παπαγαλίζουμε παραμορφωμένα σπαράγματα, συνδεδεμένα με λήθη, ανοησία, φόβο κ’ υποκρισία.
Όμως ας πάμε για λίγο πίσω στην Ελληνική Μυθολογία, παρακάμπτοντας τον Ησίοδο, που σοφά μιλώντας θέλει τη Νύχτα να γεννά την Μέρα. Ας πάμε πίσω στην Ελληνική Μυθολογία όπου βλέπουμε (το παράξενο για τους εκβαρβαρισμένους Νεοέλληνες), να συνοδεύεται η θεά της σοφίας από ένα πουλί που (οι Νεοέλληνες ξαναλέω) το έχουν συνδέσει με την ανοησία και τις σκοτεινές όψεις του θανάτου. Ακόμα και στα γυμνασιακά καπέλα, μας υποχρέωναν να βάζουμε την κουκουβάγια (από μια τυφλή, φασιστική, επιβαλλόμενη αρχαιολατρία), αλλά κανένας δεν μπορούσε να μας πει γιατί η κουκουβάγια κι όχι ας πούμε το γεράκι ή το χελιδόνι, ο κούκος ή ο αητός. Κανένας. Μόνο η ενσαρκωμένη θεότητα που ονομάζεται Άγγελος Σικελιανός αφήνει έναν υπαινιγμό, αλλά τίποτε άλλο:

Κ’ η γλαυκομάτα, στο γιαλό που αργή μ’ ακολουθούσεν,
ερώτησε, γυρίζοντας την κεφαλή στο κύμα:

Αλήθεια αναγελάσανε την γλαύκα οι χελιδόνες,
τη γλαύκαν οπού απόμεινε στο μέγα φως της μέρας
και χαμοπέταε βουβή απάνω από τ’ αμπέλι,
που και σκυλί θα βαύβιζε το χαμηλό της ίσκιο;
Αλήθεια αναγελάσανε τη γλαύκα οι χελιδόνες
με τις χελιδονίσιες τους χαρές στις κρύες τις αύρες·
Από μπροστά της διάβαιναν, με το φτερό τη ’γγίζαν,
και με συρτούς κελαηδισμούς ψηλά την αναπαίζαν;

Κ’ εφαίνονταν λευκή η οργή στο μέτωπο της Γλαύκης
της Αθηνάς πως το ιερό πουλί καταφρονέθη!

Κι εγώ, που το είδα, απάντησα τον αλαφριό μου λόγο:

Κι αν λαχανιάζει ο κόρακας, γελάει κ’ η χελιδόνα,
πάντα η ελιά θάν’ ιερή και στον αιώνα η γλαύκα
μαζί μ’ εμάς θε να κοιτάει στυλά τις θείες εσπέρες….

Μόνο αυτός ο υπαινικτικός σύνδεσμος της κουκουβάγιας με τις «θείες εσπέρες». Μέχρι να δημοσιευτεί (δεκαετία του ’80) σΤΟ ΒΗΜΑ και ύστερα στο βιβλίο ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΣΗΜΕΙΑ, το εξής:
«Κανείς δεν εννοεί πια γιατί η Αθηνά, η θεά της σοφίας, έχει έμβλημά της την κουκουβάγια. Έχει εντελώς λησμονηθεί πως η κουκουβάγια όντας πουλί της νύχτας συμβολίζει την απέραντη σοφία. Η μέρα μας κλείνει στον πλανη-τικό χώρο, ενώ η νύχτα μας ανοίγει προς το άπειρο, προς την αρχέγονη Μάνα Νύχτα, την ανθισμένη με εκατομμύρια ήλιους»
Κι αργότερα στο βιβλίο ΤΟ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ:
«Παρακολουθούσα σε περιοδικό έρευνας τις γελοίες ερμηνείες και εικασίες γύρω από το τι μπορεί να σημαίνουν οι Μαύρες Παναγίες της Ευρώπης. Κανένας δεν έβλεπε το απλούστατο, παρόλο που οι μαύρες αυτές Παναγίες έχουν στολισμένη τη μαυράδα τους με άστρα. Κανένας δεν διέγνωσε σ’ αυτές την απεικόνιση και λατρεία της Παναγίας Νύχτας. Γιατί η πραγματική Παναγία είναι η Απειροσύνη και η Απειροσύνη μόνο μέσα στην αστροπρόσωπη νύχτα μπορεί να ειδωθεί. Είναι ο ίδιος λόγος που η Αθηνά συνοδεύεται από το πουλί της νύχτας, την κουκουβάγια, αφού η θεϊκή σοφία, ως εκδήλωση ορατή (που ελάχιστη σχέση έχει με την πλανητική μέρα) μόνο στην απειροσύνη της νύχτας μπορεί να ειδωθεί».

Κρατικό Ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης, 1988, και HELLASgr, ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ του 2010


_______________
* Το κείμενο τούτο αφιερώνεται στη θεά Μνημοσύνη (την α-λήθη, αλήθεια). Κι ακόμη,
1): Στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο που τον δολοφόνησαν Έλληνες τραμπουκοφασίστες στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 2008, μόνο και μόνο γιατί ήταν έφηβος και φερόταν ως έφηβος, και
2): Στον Αριστοτέλη Γκούμα που τον δολοφόνησαν Αλβανοί φασιστοτραμπούκοι στη Χειμάρρα τον Αύγουστο του 2010, μόνο και μόνο γιατί μιλούσε στη γλώσσα του, τη γλώσσα του Αριστοτέλη και του Ελύτη, τη γλώσσα που μιλούσαν για χιλιετίες οι πρόγονοί του στον τόπο αυτό. Τέλος
3) Στη σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη που μοιάζει να μην την άκουσαν, να μην την είδαν, επειδή προαποφασισμένο το έγκλημα। Και δικαιολογημένο (το έγκλημα) γιατί τάχαμου, οι κουμπάροι του Βοσκόπουλου και συνοδοιπόροι του βασανιστή Μπους, είναι ικανοί να συλλάβουν, για την Ελλάδα και για όλο τον κόσμο, πράγματα που ο Μίκης και οι ποιητές μας, αδυνατούν να συλλάβουν. Κούνια που τους κούναγε γαμώ το καντήλι τους।











ΕΙΔΗΣΕΙΣ:


Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Γραμμένου, Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ. Εξαίρετη εργασία. Από της εκδόσεις της Θεσσαλονίκης ΖΗΤΡΟΣ.

*

Κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γιάννη Ταχόπουλου,
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΑΠΟΔΟΜΗΣΗΣ ΣΤΗ ΕΛΛΑΔΑ.

ΣΧΟΛΙΟ:

Ένα βιβλίο που βεβαίως δεν θα κάνει τους συνειδητά κακοπροαίρετους «αποδομητές» ν’ αλλάξουν «γνώμη». (Συμπλεγματικοί, ψεύτικοι, χαιρέκακοι, δίγλωσσοι· ύπουλες, δυστυχισμένες μετριότητες, που άλλα σκέφτονται κι άλλα λένε πως σκέφτονται. Ξέρετε ανάμεσά τους κάποιον μεγάλο; Κάποιον εννοώ που να μας έχει δώσει μεγάλο, αληθινό, λυτρωτικό έργο; Εγώ πάντως δεν ξέρω).
Άχρηστο λοιπόν για τους «αποδομητές» το βιβλίο αυτό. Μπορεί όμως να δυναμώσει μ’ εξαίρετες πληροφορίες και ντοκουμέντα ατράνταχτα, τους καλοπροαίρετους, που μαζί με όλους τους μεγάλους μας* (και τους μεγάλους όλου του κόσμου) βλέπουν το καταφανές, ότι δηλαδή δεν είμαστε οι σύγχρονοι Έλληνες, το μετά την Επανάσταση, δύο αιώνων, κρατικό μόρφωμα, αλλά (μαζί με τους Κινέζους και τους Ινδούς) ένα έθνος συνεχές και αδιάκοπο για τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Τι να κάνουμε; Πικρότατο ποτό η αλήθεια για τους κακοπροαίρετους και τους άδικους· μα για τους δίκαιους και τους καλοπροαίρετους, νέκταρ.


___________
* …Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης, Καζαντζάκης, Σικελιανός, Καρυωτάκης, Βάρναλης, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Βρεττάκος, Καββαδίας,Γκάτσος...


*

Κυκλοφόρησε το συλλογικό βιβλίο Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος. Εκδόσεις Jazz-iki. Βιβλίο εξαίρετο. Ταλέντο, χιούμορ, θυμός, συγκρούσεις της κρατικής αθλιότητας με την παιδική και την εφηβική αθωότητα. Συν-χαίρω*.

Οι αντιρρήσεις μου
(που δεν έχουν να κάνουν ειδικά με το εξαίρετο αυτό βιβλίο, αλλά γενικότερα με τους εραστές των ωραίων ελληνικών):
1. Το «Ιούνης» ανήκε κάποτε στη γλώσσα της αριστεράς, (ο λαός τον έλεγε «Θεριστή»). Τώρα, μετά τη νομιμοποίηση (επισημοποίηση) της δημοτικής, η γλώσσα πέρασε στoυς Γραμματικούς και στα κομματικά εργαστήρια, (στους πλέον άσχετους και κάποτε κακόβουλους δηλαδή) , ενώ πάντα ήταν υπόθεση του λαού και των ποιητών. Το «Ιούνης» είναι παρωχημένο. Κανένας άνθρωπος του λαού δεν λέει «Ιούνης». Μόνο οι κομματικοί επιμένουν σ’ αυτό. Οι άλλοι, απλά, λένε «Ιούνιος». Μα γίνεται να σε κάνει το «Ιούνης» αριστερό από μόνο του; Θέλω τον αριστερό (ή τον αναρχικό), κάτοχο της υψηλότερης δυνατής παιδείας, κινούμενο στο ανώτερο πνευματικό επίπεδο, εκεί όπου η αισθητική και η δικαιοσύνη ταυτίζονται. Αλλιώς;

2. «Τα καθήκοντά του». Χωρίς αυτό τον δεύτερο τόνο εδώ, νοιώθω να πέφτω στο κενό, να αιωρούμαι, νοιώθω άσχημα. Όπως χορευτής που ενώ χόρευε, ένοιωσε ζάλη, σα να τον χτύπησε ξάφνου ένα μικρό εγκεφαλικό.


______________
* Συν-χαίρω (χαίρομαι μαζί σου), συ (ν)-λυπούμαι (λυπούμαι μαζί σου) είναι το σωστό. Κι όχι «σε συνχαίρω», «σε συλλυπούμαι».





ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ


Όταν ο Walt Witman κυκλοφόρησε τα Φύλλα Χλόης, εφημερίδες, περιοδικά, κριτικοί και θρησκευτικές οργανώσεις, τον λοιδορούσαν, τον απειλούσαν με μηνύσεις, για προσβολή της δημοσίας αιδούς και των χρηστών ηθών. Μέσα σ’ αυτή τη γενική κατακραυγή, υπήρξε και μία εξαίρεση. Ο διάσημος φιλόσοφος Έμερσον, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με τα Φύλλα Χλόης, ώστε να γράψει μεταξύ άλλων ότι «η Αμερική, επί τέλους, απέκτησε μέγιστο, ισόθεο ποιητή…».
Πέρασαν χρόνια. Το έργο του Ουίτμαν απέκτησε φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Έφτασε στην 7η έκδοσή του, χωρίς ποτέ να κυκλοφορήσει από εκδοτικό οίκο. Όταν κάποιος εκδότης ενδιαφερόταν για τα Φύλλα Χλόης, δεχόταν απειλές, εκβιασμούς, εκφοβισμούς και υποχωρούσε. Έτσι την κάθε έκδοση την ανελάμβανε πάντα ο ίδιος ο ποιητής και την διεκπεραίωνε με την οικονομική βοήθεια των φίλων του.
Λίγο πριν την 7η έκδοση, τον επισκέφτηκε ο Έμερσον και τον παρακάλεσε ν’ αφαιρέσει από το έργο του τις είκοσι, τις τριάντα εκείνες σελίδες, που παρασύρουν και το υπόλοιπο έργο στην απαξίωση και την κατακραυγή. Άλλωστε οι ηθικιστές κάτεχαν «θέσεις κλειδιά» στην κοινωνία κι εμπόδιζαν την κανονική και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των Φύλλων Χλόης.
Ο Ουίτμαν ευχαρίστησε τον Έμερσον για το ότι στάθηκε από την πρώτη στιγμή με γενναιότητα στο πλευρό του· όμως απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο να αυτολογοκριθεί. Τότε ο Έμερσον του είπε: «αυτό ήθελα ν’ ακούσω από σένα· αν δεχόσουν την προτροπή μου, θα με λυπούσες πολύ, θα με απογοήτευες».




*

Συχνά όταν έχω να κάνω με το πρόβλημα της ελευθερίας στη ζωή και στην έκφραση, θυμούμαι την φράση του Αλμπέρ Καμύ, από μια συνέντευξή του, «νοιώθω σαν Έλληνας ανάμεσα σε χριστιανούς».
Οι Έλληνες, ζώντας σ’ αυτή τη διαφάνεια, τίποτε δεν μπορούσαν να αγνοήσουν, να κάμουν πως δεν το βλέπουν και να μην του δώσουν όνομα. Μάλιστα δε, το ίδιο πράγμα στην ελληνική γλώσσα, συμβαίνει κάποτε να έχει διάφορες ονομασίες, από την ανάγκη της ακριβολογίας, αφού το ίδιο πράγμα είναι συνάμα διαφορετικό, ανάλογα με την περίπτωση, ανάλογα με τη λειτουργία του.
Οι νεότεροι Έλληνες, έχοντας γνωρίσει σκλαβιές, και στην εποχή μας υποφέροντας κάτω από τον ζυγό του χριστιανοφασισμού και του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, για ν’ αποφύγουν την ονομασία των ερωτικών οργάνων (κυρίως των αρσενικών) κατέφυγαν στη λέξη «αμελέτητα», (που δεν μελετιούνται, που δεν έχουν όνομα). Όχι χωρίς κάποια ειρωνεία, αφού και η λέξη «αμελέτητα» διάβολε, είναι κι αυτή ένα όνομα, είναι κι αυτή εντέλει ένα όνομα των ερωτικών οργάνων.

«Μπορείς να γίνεις αρχαίος, και μάλιστα, τόσο αρχαίος, όσο εσύ επιθυμείς» λέει ο Ρεμπώ. Επειδή, τίποτε πιο σύγχρονο (πιο μοντέρνο) από το να βρεις τον πρωταρχικό σου εαυτό. Που θα πει, αν το περιβάλλον σου αποτελείται από ηλίθιους υποκριτές, άλλαξέ το. Κάνε παρέα μ’ εκείνους του συναφιού σου, εκείνους που έφτιαξαν τα πέτρινα ερωτικά συμπλέγματα στους ναούς της Ινδίας. Κάνε παρέα με τους Κινέζους ταοϊστές και τις πλήρως ερωτικές ζωγραφιές τους. Κάνε παρέα με τους αρχαίους Έλληνες, γλύπτες, αγγειογράφους, ποιητές, φιλοσόφους. Κάνε παρέα με τον Ιερώνυμο Μπος, με τον Πικάσσο, με τους ποιητές όλων των χωρών κι όλων των εποχών. Κάνε παρέα τέλος με τον γυμνό αρχέγονο εαυτό σου. (Είναι τυχαίο που ο Ιησούς μισούσε τους υποκριτές;). Φανερώσου, έτσι, ουράνιος, όπως είσαι (και η Γη ένα ολόγυμνο ουράνιο σώμα είναι). Πήγαινε με τον Διόνυσο (που εκπροσωπεί τους φυσικούς νόμους) κι όχι με τον Πενθέα (που εκπροσωπεί τους κοινωνικούς νόμους). Ό, τι σου έδωσε το Σύμπαν μην αφήσεις κανένα «κοινωνικό φορέα» να σου το αφαιρέσει. Μην αφήσεις κανέναν να σου πάρει, αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει. Και βέβαια, μη δεχτείς συμβιβασμούς, καλύμματα, μέσα σε γενικότητες. Αυτό ίσως (συν τοις άλλοις) έκανε τον Ελύτη να μου γράψει το 1988, όταν κάποιοι μου έκαναν επίθεση για τη σάτιρα και την αθυροστομία που περιείχαν μερικά ποιήματά μου: «Δούλευε και μην ακούς κανένα. Σου σφίγγω το χέρι με αγάπη». Κι ο Λόρκα; «Πρέπει να είσαι θρήσκος και ιερόσυλος. Να συνδυάζεις τον μυστικισμό ενός αυστηρού γοτθικού ναού και το θαύμα της παγανιστικής Ελλάδας, Να τα βλέπεις όλα. Να τα νοιώθεις όλα».

Αλλά ιδού μια συζήτηση με Λευκάδιο φίλο που πήρε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών τα τελευταία χρόνια:
-«Βρε Γιάννη, αν έβγαζες από τα βιβλία σου μερικά ερωτικά ποιήματα πολύ τολμηρά…Αν δεν είχες εκείνο το ποίημα που συγκαταλέγει ανάμεσα στους κηφήνες του τόπου και τους ακαδημαϊκούς, θα είχες πάρει το βραβείο της Ακαδημίας εδώ και χρόνια. Κι όχι πως αυτό θα σου απέδιδε τιμή. Τιμή για σένα είναι ο θαυμασμός τόσων και τόσων, η αγάπη προς το έργο σου ενός Γκάτσου, ενός Χατζηδάκη, ενός Ρίτσου, ενός Ελύτη, της σημερινής νεολαίας… Δεν είναι η τιμή τους που χρειάζεσαι. Τα χρήματα του βραβείου τους γαμώτο χρειάζεσαι…».
-«Κι όμως» του είπα. «ο Βρεττάκος ήταν ακαδημαϊκός όταν μου τηλεφώνησε. Ήξερε το ποίημα που λες κι ακόμα ήξερε τα τολμηρά μου ερωτικά ποιήματα. Μου τηλεφώνησε και μου είπε:
-«Νικηφόρος Βρεττάκος εδώ. Κύριε Υφαντή δεν μου στέλνετε ποτέ τα βιβλία σας, αλλά τούτο δεν πειράζει, εγώ σας αγαπώ πολύ, αγαπώ πολύ τα ποιήματά σας».
-«Το ότι δεν σας στέλνω τα βιβλία μου» του είπα «δεν σημαίνει πως δεν σας εκτιμώ, πως δεν αγαπώ το έργο σας. Ξέρω ποιήματά σας απ’ έξω. Από δεκατριώ χρονώ: «Δεν υπάρχουνε σκάλες να κατέβει κανείς / ως εκεί που ταράζεται του ανθρώπου ο πυρήνας. / Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη…». Κι ακόμη ένας από τους πιο έξοχους στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ από ανθρώπινο χέρι: «Τ’ όνομά σου ένα ελάφι βουλιαγμένο ως το γόνατο / σε μιαν άμπωτη ήλιου..».
Κι όμως, εν μέρει, έλεγα ψέμματα. Αγαπούσα πολύ το έργο του Βρεττάκου. Αλλά, δεν του έστελνα τα βιβλία μου ακριβώς επειδή αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει ακαδημαϊκός. Με το να δεχτεί, ήταν σα να γινόταν η βιτρίνα τους πίσω απ’ την οποία έκρυβαν την απραξία τους, κι ακόμη, την ανοχή τους είτε την επιβράβευση της δικτατορίας… Έκανα βεβαίως λάθος. Ο Βρεττάκος μπαίνοντας στην Ακαδημία, δεν υπετάχθη σ’ αυτήν… Μοναδική περίπτωση. Υπέταξε αυτός την Ακαδημία στον ποιητή. Απόδειξη πως επέβαλε στην Ακαδημία να βραβεύσει ποιητές που είτε δεν τους ήξεραν (οι ακαδημαϊκοί) είτε τους εύρισκαν ενοχλητικούς έως επικίνδυνους. Αυτά τα πληροφορήθηκα αργότερα…».
-«Εν πάση περιπτώσει» μου είπε ο Βρεττάκος, «εγώ Γιάννη μου δεν σου τηλεφωνώ για να σου εκφράσω τα παράπονά μου. Είναι που θέλω να σε προτείνω στην Ακαδημία για βράβευση. Και δεν θέλω να ντροπιαστώ. Θα δεχόσουν ένα βραβείο από την Ακαδημία;»
-«Όταν με προτείνει ο Νικηφόρος θα μπορούσα να πω όχι;» του απάντησα.
-«Εντάξει Γιάννη μου, σ’ ευχαριστώ». Ήταν τα τελευταία λόγια του Βρεττάκου…Ήταν τα τελευταία λόγια του Βρεττάκου προς εμένα. Δεν πρόλαβε να με προτείνει στην Ακαδημία. Μια εβδομάδα αργότερα αρρώστησε. Και πάνω στις δέκα μέρες πέθανε…
Όσο για τα χρήματα που είπες, ναι. Το ελληνικό κράτος μου χρωστάει. Από δύο χρονώ παιδί εργάστηκα στα καπνά. Για είκοσι χρόνια. Η οικογένειά μου δούλευε σαν τους νέγρους στις φυτείες του καφέ…Για να ταΐζει την Αγροτική Τράπεζα και τους διορισμένους από… τον Πάγκαλο. Και να φυλάγω πρόβατα μέσα στις παγωνιές… Και να έχω οξείς ρευματισμούς στα οχτώ χρόνια μου… Και βρογχικό άσθμα στα δεκαεφτά μου… Κι αργότερα, η προσφορά μου στον πολιτισμό… Λίγο είναι να δώσεις κάπου 12 εξαίρετα βιβλία; Μα εγώ είμαι ο πολιτισμός κι όχι αυτοί του Υπουργείου με τις πίπες και τις μίζες γαμώ το καντήλι τους…Ε, ναι. Κανείς δεν θα μου βουλώσει το στόμα με τον μπαμπούλα της σεμνότητας. Και δεν ξέρω κανέναν μέσα στην ιστορία, απ’ όσους θαυμάζω κι αγαπώ (Όμηρος, Ηράκλειτος, Διογένης, Ιησούς, Βιάσα, Ρεμπώ, Ουίτμαν, Νίτσε, Πικάσσο…) που να υπέταξαν την αυτογνωσία τους και την παρρησία τους στην υστερόβουλη «σεμνότητα» των κουτοπόνηρων. Αν σωπάσω εγώ, είναι σα να εγκρίνω την πονηρή, τη δόλια σιωπή τους για μένα… Από δύο χρονώ παιδί το κράτος με κλέβει. Και ούτε δραχμή δεν μου επέστρεψε…
Όμως, από την άλλη, η ζωή, ενώ υπήρξε άφθονη σε όλα προς εμένα, υπήρξε τσιγκούνικη μαζί μου πάντα, μα πάντα, ως προς το οικονομικό. Κι όταν κάποια στιγμή συμβεί να πάρω μερικά χρήματα στα χέρια μου, αυτομάτως μου φεύγουν ξανά, (μου χαλά το αυτοκίνητο, κάποιος αρρωσταίνει, κάποιος τα χρειάζεται επειγόντως) κάτι συμβαίνει και τα δίνω αμέσως… Φαίνεται πως η προσευχή του Σωκράτη προς τον Πάνα να τον κρατήσει πάντα φτωχό, περιέργως συμπεριέλαβε κι εμένα. Ή μήπως, ενδομύχως, κρυφά κι από τον ίδιο μου τον εαυτό, ζήτησα κι εγώ από τον Πάνα, να με κρατήσει φτωχό;».


*

TO ΠNEYMA
(H ποίηση στην ανθρώπινη ιστορία· ποίημα-δοκίμιο· μιλά ο Παν)




Oι ποιητές άλλο δεν είναι παρά κύματα
του ωκεανού που τ’ όνομά του είναι Πνεύμα.

Oι πρώτοι ποιητές γράφαν με κτήρια, με σπηλιές
(ναούς μικρογραφίες του σύμπαντος) με πράξεις
συμβολικές, με παραστάσεις, με χορούς.
Γράφαν τα μυστικά του σύμπαντος
που βίωσαν στο βίο τους και στη βία.
Έτσι γενήκαν τα μυστήρια που είναι
τα αρχαιότερα γραφτά των ποιητών.

Ύστερα από κάθε ποιητή βεβαίως
αναλαμβάναν τα μυστήρια οπαδοί.
Και μη βιώνοντας αυτοί τα όσα βίωσε
ο ποιητής, ελησμονιόταν
γενιά με τη γενιά, των μυστηρίων η σημασία.
Έμεν’ ο τύπος μόνο που γινόταν
χτήμα της εξουσίας. Ή και κάποτε
αλλοιωνότανε ακόμα και ο τύπος, αναλόγως
με το συμφέρον των κατόχων του ναού
πού ’χτισ’ ο ποιητής για να μπορέσει
να καταγράψει εκεί την οικουμένη.
Kι ερχόταν κάποτε ο νέος ποιητής,
(ένα απ’ τα πολλά ονόματα και πρόσωπα
του ενός και μόνου ποιητή που ’ναι το Πνεύμα).
Όμως οι ιερείς δεν τον ενέκριναν
δεν τον αναγνωρίζαν επειδή
πάντα αναγνωρίζεται κανείς,
μόνο και μόνο απ’ τους ομοίους του.
Κίνδυνος ήτανε γι’ αυτούς ο ποιητής. Xαλούσε
τη βολική εξουσία τους, τη βολική ερμηνεία τους, χαλούσε
τη βολική τους εκμετάλλευση, τον πλούτο τους.
Συκοφαντώντας τον και διασύροντάς τον
οι ιερείς εξόριζαν ή σκότωναν
τον νέο ποιητή, και μόνο πάνω
στο αίμα της θυσίας ξαναχτίζονταν
ο νέος ναός-μικρογραφία του Kόσμου.

K’ ύστερα εφευρέθη η γραφή. Αυτό το γρ
πάνω στην πέτρα, στον πηλό, στο δέρμα ή στο ξύλο,
στον πάπυρο, στο πέιπαρ, στο παπύρ και στο παπγιέ
ή στο χαρτί.
Γραφή με σφήνα και σφυρί, με το χαράκι, το καλάμι, το φτερό, την πένα, το
στυλό
με την τελεία που κυλά φκιάχνοντας γράμματα.

Oι ποιητές ανέκαθεν, πριν τη γραφή,
κ’ ύστερα, υπαρχούσης της γραφής,
πάντα απήγγελαν το έργο τους, στο θέατρο,
γύρω απ’ την εστία και κυρίως
στης αγοράς το βήμα. Και το βήμα
σήμερα είναι η τηλεόραση. Και ζεις
στην εποχή της τηλεόρασης. Kι αντίς
αυτή να ’ναι το βήμα σου, απ’ όπου
θα λες την ποίησή σου να μοιράζεσαι
με τους ανθρώπους όσα γράφεις κι όσα σκέφτεσαι
οι πονηροί ιερείς και οι οπαδοί τους
παιδιά εκείνων που ανέκαθεν σκοτώναν ποιητές
οι πονηροί ιερείς της εποχής σου
(οι νεοβάρβαροι που τρέμουν την αλήθεια,
την ομορφιά του ποιητή, τη δύναμη του)
κλείνουν το στόμα σου, το βήμα σού στερούν.
Kι έχουν τον τρόπο τους καθώς είν’ ενταγμένοι
στο σύστημα που πάντα προωθεί
τις μετριότητες που εύκολα
εξαγοράζονται, υποκύπτουν και ελέγχονται.
Βεβαίως το σύστημα ως είναι πονηρό
δεν προωθεί μονάχα τους μετρίους
αλλά και τους καλούς γιατί μ’ αυτούς
φκιάχνει το φράχτη εκείνον ή τον τοίχο
πίσω απ’ τον οποίο εξοντώνει
με πλήρη άνεση, τους πράγματι (ω ναι)
επικινδύνους για το σύστημα: Τους άριστους.

Δεν ξέρω (ας καμωθώ ότι δεν ξέρω)
αν είσαι άριστος. Eκείνο
που ξέρω είναι πως το σύστημα
χίλιες φορές σού έστησε καρτέρι,
κι αν του ξέφυγες,
είναι γιατ’ είσ’ εκείνος ο πολύτροπος
Έλληνας που ονομάζεται Κανένας.

Μα αν ακόμα υπάρχουν ποιητές
είναι γιατί συνδέονται μ’ εκείνο
το μέγα σύστημα του σύμπαντος
μπρος στο οποίο τα καμωμένα
από την απληστία και την άγνοια
ανθρώπινα συστήματα, είν’ αδύναμα,
παροδικά, ανίσχυρα, γελοία.

Kι αυτό γνωρίζοντάς το ο Pεμπώ
(ενσάρκωση λαμπρή που είχε φτάσει στην ουσία)
είπε πως κατά βάθος, κι ας μη φαίνεται,
μόνο το Πνεύμα έχει εξουσία.

HELLASgr, Νοέμβρης του 2010




ΕΙΔΗΣΕΙΣ:


ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ, (Εκδόσεις ΑΧ 2009): Ένας τόμος 530 σελίδων, σχ. 21 επί 14, που περιέχει το καθαρά ποιητικό έργο του Γιάννη Υφαντή, δηλαδή τις επτά ποιητικές συλλογές του:


Μανθρασπέντα, Ο καθρέφτης του Πρωτέα, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου, Ναός του Κόσμου, Έρως ανίκατε μάχαν, Μάσκες του Τίποτε, Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων.

Το βιβλίο αυτό, αντίθετα με όλα τ’ άλλα βιβλία του Γ. Υ., δεν κυκλοφόρησε από εκδοτικό οίκο, (μεγάλη ιστορία που την παραμερίζουμε επί του παρόντος) γι’ αυτό και είναι δύσκολο να το βρείτε στα βιβλιοπωλεία.

Όσοι ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν* μπορούν να το ζητήσουν στο mail:
yannisyfantis@yahoo.gr και θα το παραλάβουν στη διεύθυνσή
τους είτε στο ταχυδρομείο τους καταβάλλοντας (αντικαταβολή) το ποσό των 15 ευρώ.





ΩΣ ΔΕΙΓΜΑ, ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΣΥΛΛΟΓΗ:


Από τη συλλογή ΜΑΝΘΡΑΣΠΕΝΤΑ (1977):

ΣΟΜΠΑ

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι τενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
Τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του Άγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α, πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νοιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α,Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια ’συ
Θαρρώ με νοιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και ’συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Επάνω στην ταράτσα μου καμώνεσαι
Πως βγάζεις μες απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νοιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α-
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα
Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σιδερένιο μυρμήγκιασμα π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.

40 Εκκλησιές, Νοέμβρης του 1974



Από τη συλλογή Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΑ (1986):


ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 1981
(Όλυμπος-Πέλλα-Θεσσαλονίκη)

Και σταματήσαμε στις σιδερογραμμές
μπρος στα φανάρια που αναβόσβηναν σα μάτια
ιέρακα ιερού των Αιγυπτίων ενώ το τρένο
έρχονταν με σφυρίγματα και θόρυβο·
δράκοντας σιδερένιος. Έφτασε.
Περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά-περνά. Πέρασε, πάει, μια
ολόκληρη εποχή
παράθυρα οι μέρες και βαγόνια οι μήνες μια ολόκληρη εποχή
απομακρύνονταν στον κάμπο αφήνοντάς μας
κάτω απ’ τα μάτια του ιέρακα του φύλακα
σ’ αυτή τη χρονική διατομή ενώ ο Ήλιος
κοίταζε μαντικά γιατί μπροστά μας μες στον κάμπο
οι δρόμοι ήσαν γραμμές ενός χεριού. Άνοιξες γκαζ
και φεύγαμε καβάλα στη ΥΑΜΑΗΑ μας
προς το ποτάμι.
Και φτάσαμε εκεί που το ποτάμι είναι χέρι και φορεί
τη γέφυρα ρολόι. Κ’ η τσιγγάνα
ήταν στην όχθη εκεί του πόταμού κοντά στη γέφυρα. Σταμάτησες.
Και κοίταζε στο χέρι σου η τσιγγάνα τις γραμμές που σαν ποτάμια
πηγάζουν και διαβαίνουνε ανάμεσα
στα όρη της παλάμης πριν εκβάλουν. Κ’ η τσιγγάνα
-μπορεί κ’ η ίδια σου η ψυχή καθρεφτισμένη μες στη μέρα- η τσιγγάνα
ήταν ντυμένη με τα χρώματα της τράπουλας και είχε
στο δάχτυλό της το χρυσό αριθμό,
θέλω να πω,
το δαχτυλίδι που ο τσιγγάνος βασιλιάς
ψάρεψε όταν έριξε το αγκίστρι του
στο Γαλαξία.



Από την συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΕΝΤΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ:


Ω ΚΟΚΚΟΡΑ

Ω κόκκορα, ω κράχτη της αυγής
ω ηλιοφόρε και πτηνόμορφε τοξότη.
Οι βασιλιάδες σε μιμήθηκαν
βάζοντας στο κεφάλι τους επάνω την κορώνα σου
κι έχοντας για σπιρούνια των ποδιών σου τα πιρούνια.
Κόκκορα πάντα σου κρατείς
τη μυστική σου εκείνη σχέση με το χρόνο και τον Ήλιο;
Λέγε στους κριτικούς ότι ξοφλήσανε.
Λέγε στους χούλιγκαν πως είναι ντεμοντέ.
Κόκκορα είσαι το βουνό που έχει για ουρά το ουράνιο τόξο και κεφάλι του τον Ήλιο;
Κόκκορα το λειρί σου μοιάζει με τ’ αρχίδια του Θεού και με τα γένια του Διαβόλου.
Κόκκορα τα παιδιά σε ζωγραφίζουνε γυμνό.
Κόκκορα τα παιδιά του σωληνάριου σ’ έχουν δει μονάχα στο τσιγκέλι ή στην κατάψυξη.
Κόκκορα άσχημα την έχουμε.
Οι κακογαμημένοι θέλουν να μας σφάξουν.
Κόκκορα ο Νίτσε τούς χαστούκισε.
Κόκκορα πώς φοβούνται το φαλλό.
Κόκκορα οι έμποροι μισούν τους ποιητές.
Κόκκορα καταστρέφουν τον αέρα, τα νερά, τα δάση, το κορμί, την ομορφιά
για να γυρεύουμε την έκσταση στην «άσπρη» τους.
Κόκκορα είσαι λέκτωρ ή αλέκτωρ;
Κόκκορα θα ζητήσουμε και σύνταξη;
Θα βγούμε και οι δυο μαζί στην τηλεόραση;
Θα μας αφήσουν;


Υ.Γ.
Κόκκορα κάποιοι θέλουν να μην έχει πια φωνή αυτός ο τόπος.


Από τη συλλογή ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1996):


EPXOMAI

Δεν ξέρω αν ο Pίτσος ή ο Όμηρος
είναι που μ’ έπεισε να μπω στον Δούρειο Ίππο
έχοντας μόνο ένα σπαθί κι έναν καθρέφτη.

Έρχομαι από την έρημο εκεί όπου η άμμος
είναι η συντριβή κάθε μορφής.

Έρχομαι από τις Άρκτους, κουβαλώντας
ένα τσουβάλι άστρα και κρατώντας
στο χέρι μου μια μάσκα φεγγαριού.

Έρχομαι απ’ το καλύβι το πλεγμένο μ’ αστραπόκλαδα.
Έρχομαι από ’να σπίτι καμωμένο από καθρέφτες.

Έρχομαι απ’ το φαράγγι το κυρτό όπως σπαθί
μισό από χιόνι και μισό από λουλούδια.

Έρχομαι από τις όχθες του βουνίσιου ποταμού
εκεί που καταρράχτες ασκητές
στέκονται όρθιοι μες στα πέτρινα πιθάρια.

Έρχομαι απ’ το Βορρά· με παγοπέδιλα
δυο μισοφέγγαρα, γλιστρούσα διαρκώς
πάνω στα χιόνια τρεις χιλιάδες χρόνια.

Έρχομαι απ’ των Tατάρων τις ορδές· είμαι ο στρα­τιώ­της
που ’σφαξε τον Aττάρ κ’ είμαι επίσης
ο ί­διος ο Aττάρ και το μαχαίρι που τον έσφαξε.

Έρχομαι απ’ το μαύρο γαλαξία των μυρμηγκιών που παρασέρνει
μια πεταλούδα πεθαμένη σα να είναι
ιστιοφόρο αγγέλου σα να είναι
ο Ίκαρος μετά από την πτώση του.

Έρχομαι απ’ την Ελλάδα που με χέρι
την Πελοπόννησο ξαμώνει και σκορπά
γύρω της τα νησιά για να μην είναι
μόνη της απλωμένη μες στη θάλασσα.

Έρχομαι από την τρύπα ενός σάπιου κλωναριού
όπου ιερουργούσα με στολή άγριας μέλισσας
είτε φορούσα άμφια πεταλούδας.

Έρχομαι από το σούρουπο εκεί
της Θεσσαλίας, όπου βόσκησα
για χίλια χρόνια ένα κοπάδι από φωτιές.

Έρχομαι απ’ το βιβλίο του Αναξίμανδρου· σ’ αυτό
βρίσκομαι πάντα όπου κι αν πηγαίνω.

Mε ρώτησαν από που έρχομαι.
Tι να τους έλεγα;
Δεν θα με καταλάβαιναν
και τότε
θα μ’ οδηγούσανε δεμένο στον ψυχίατρο.

«Έρχομαι» είπα, έτσι απλά, «απ’ το Αγρίνιο»,
κρύβοντας μες τη λέξη αυτή όσο μπορούσα
το “άγριος”, το “νι”, και προ παντός
το “ο”, που ’ναι πηγάδι και παγίδα,
σπίτι μου και καθρέφτης και λαβύρινθος (μα ναι
ο πιο πολύπλοκος λαβύρινθος κι ας φαίνεται
τόσο απλό, ένα μικρό δαχτυλιδάκι).

Θεσσαλονίκη, 1994



Από τη συλλογή ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ (2004):


TA AITIA TOY TPΩIKOY ΠOΛEMOY

Λένε πολλά για τις αιτίες που οδήγησαν
σε σύρραξη τους Tρώες και τους Έλληνες
στα 1400 π. X., στην Iωνία.
Οι πιο μοντέρνες θεωρίες μας μιλούν για τη συνήθεια
του πλιάτσικου που φτάνει ως τις μέρες μας.
Οργανωμένες συμμορίες από κράτη, εταιρείες, βασιλείς,
πολιορκούσαν, έκαιγαν και άρπαζαν
κοπάδια, θησαυρούς, γυναίκες, δούλους.

Όμως εντύπωση εμένα πάντα μού ’καναν
οι λεπτομέρειες εκείνες σαν κι αυτή
που σαν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
μαύρα και με τεράστια τα μάτια τους στην πλώρη
όταν οι Έλληνες εσύρανε τα πλοία τους
σε μακριά παράταξη εκεί στην αμμουδιά. Το πρώτο πράγμα
πού ’καμαν αφού στήσαν τις σκηνές τους
ήσανε τα λουτρά, με τους λουτήρες, με τις βρύσες
κ’ ήταν μετά το στάδιο για τα παιχνίδια των αγώνων.

Bεβαίως χρειαζόντουσαν κοπάδια για τροφή
βόδια και πρόβατα και γίδια. Xρειαζόντουσαν
ψωμί και οίνο και ξυλεία, χρειαζόντουσαν
σκλάβες γυναίκες που γινόντουσαν
πολύ συχνά οι γλυκειές συντρόφισσές τους
επάνω σε φλοκάτες κ’ υφαντά της Αιτωλίας,
των Μυκηνών, της Θεσσαλίας, της Ιθάκης.
Βεβαίως και ζητούσαν, κ’ υποχρέωναν ή άρπαζαν
αλλά ο πόλεμος δεν έγινε γι’ αυτά.

Όταν γυμνή σε κοίταζα στο στρώμα μου
εκεί στο πέτρινο το σπίτι που για φύλακες
έχει αστερισμούς. Eνώ σε κοίταζα
έξω απ’ τον καθρέφτη, ζωντανή, μέσα στο χρόνο
ενώ σε κοίταζα κι απόλαυσα
ξανά και πάλι και ξανά και πάλι και ξανά
τη θεϊκή, τη φονική σου ομορφιά,
κατάλαβα καλά που αυτός ο πόλεμος
έγινε μοναχά για μια γυναίκα.



Από τη συλλογή ΜΑΣΚΕΣ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΕ (2005):



ΑΡΧΙΛΟΧΕΙΟΝ, ΚΥΝΙΚΟΝ

Ακούσατε, ακούσατε, οι κώλοι εξουσιάζουν
και μιαν αγάμητη Σουσού ως ταξιθέτρια βάζουν.

«Το λέει το πρωτόκολλο πως δεν είναι για όλους
οι θέσεις της πρώτης σειράς μα για τους πρώτους κώλους».

«Μόνο που το πρωτόκολλο δεν έγινεν απ’ όλους
μα οι πρώτοι κώλοι τό ’φκιαξαν δια τους πρώτους κώλους».

«Ποτέ μην κάθεσαι σ’ αυτές» μου λένε κάτι μάγκες
«αυτές είναι για άτομα με ειδικές ανάγκες».

Αχ πού ’σαι Διογένη μου, εμπρός τους να τον στύσεις
και το σκυλίσιο σπέρμα σου στα μούτρα τους να χύσεις.

Πού ’σαι Καραϊσκάκη μου τον βούρδουλα να πιάσεις
και ως το κόκαλο βαθιά τη βουρδουλιά να φτάσεις.

Το πίστεψαν οι άχρηστοι πως είναι ηγεσία
με ψήφους που ετοίμασε το ΝΑΤΟ και η ΣΙΑ.

Για συνετίστε τους παιδιά πριν μού ’ρθει να ορμήξω
και με χαστούκια ηχηρά τις κωλομούρες πρήξω.



Από τη συλ. ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (2007):


ΑΚΑΡΝΑΝΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2005

Ανάμεσα στα κόκκαλα της γης τα μαυρισμένα
κολπίσκος όπου η θάλασσα χαλίκια έχει στρωμένα.

Λουλούδι η ομπρέλα μας φυτρώνει εκεί στη μέση
και πέταλα οι πετσέτες μας που μόλις έχουν πέσει.

Κανένα σύννεφο ή στουπί τον ήλιο για να σβήσει
κανένα χτένι από βροχή τους λόφους να χτενίσει.

Κοίτα εδώ στα κόκκαλα της γης τα ξασπρισμένα
μάσκες και ζώα μυθικά, τέρατα πετρωμένα·

ανθοδοχεία οι τρύπες τους, κόγχες γεμάτες φύκια
κι εδώ το χάσμα που κρατεί ως δόντια τα χαλίκια·

πρόσωπα όπου πέτρωσε η έσχατη οδύνη
κι άλλα που σκέψης υψηλής κρατούν την ευφροσύνη.

Πλέω και βλέπω στο βυθό: Οι μαύροι γαλαξίες
τω αχινών και οι πορφυροί γίγαντες αστερίες.

Ψάρια μες στα φαράγγια σου, θάλασσα, στους γκρεμούς σου
τη λύτρωση αναζητούν στα βάθη τ’ ουρανού σου.

Ψάρια του πόθου σχήματα, γυρεύουν ένα τέλος
και μοιάζει το καθένα τους για όλα τ’ άλλα βέλος.

Θάλασσα είσαι η σύναξη των άπειρων δακρύων
ή μήπως ο γλυφός χυμός αμέτρητων αιδοίων;

Ροδάκινο λαμπρό κρατούν τα δόντια τ’ άγριου χοίρου
κι ο ήλιος στα σαγόνια δες της γης και του απείρου.

Το πάθος μας αν και βουβό κραυγές χαράς εγίνη
όταν κοντά μας πήδηξε σβέλτο γοργό δελφίνι.

Θάλασσα γίνε της χαράς το πρόσωπο που κλαίει
άβυσσος μήτρα πάρε με στ’ απύθμενά σου ελέη.

Ανάμεσα στα κόκκαλα της γης τα μαυρισμένα
η Κυμοθόη κάτασπρα χαλίκια έχει στρωμένα.