Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

ΙΟΥΝΙΟΣ 2015



Φωτογραφία του Γιάννη Υφαντή
ΛΕΝΤΑΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΣ, λιοντάρι. Στο πίσω μέρος της Κρήτης, στο Λυβικό Πέλαγος. Ο θρύλος λέει ότι στο πολύ μακρινό παρελθόν, μια βασίλισσα της Αφρικής έφτασε στα μέρη αυτά. Και καθώς ξεκίνησε το καραβάνι της επιστροφής, συνέβησαν σεισμοί και καταποντισμοί και η θάλασσα χώρισε τη μία ήπειρο από την άλλη, ώστε το μεγάλο μέρος του καραβανιού να πνιγεί. Κι ό, τι απέμεινε απ’ την εδώ μεριά, ήσανε λίγοι άθρωποι και μερικά ζώα που πετρωμένα πια κοιτάζουν προς την κατεύθυνση του χαμένου καραβανιού.

Ο ΛΟΦΟΣ ΠΟΥ βλέπουμ’ εδώ και που βρέχει τα πέτρινα νύχια του στη θάλασσα, σύμφωνα με το θρύλο, είναι λιοντάρι. Και κοντά του εκεί αριστερά στέκει ένας μικρός ελέφας.
Λόφοι πυραμιδοειδείς είτε ομοιάζοντες με καμήλες, στα ενδότερα, ενισχύουν τα λεγόμενα του θρύλου.

ΜΑ ΘΑ ΜΙΛΗΣΩ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ για τον Λέντα. Τη μαύρη αμμουδιά του, τους βράχους του, το χωριουδάκι, και το συγκρότημα του φίλου μου του Μπάμπη. Τους γυμνούς καφετιούς λόφους, με το χρυσάφι πάνω τους της άγριας βρώμης. Άλλη φορά για τον Λέντα. Για τη σπηλιά του στο μέσον του, εκεί στο γκρεμό, που ως λένε, έμεινε για καιρό πολύ ο Νίκος Καζαντζάκης. Κι όταν έφτασαν εδώ και τον βρήκαν, ο Σικελιανός, η Γαλάτεια και η Εύα Πάλμερ, γέμισε η αμμουδιά φωνές και γέλια και παιχνίδια, από όντα λουόμενα που οι ξωμάχοι, ολόγυμνα καθώς τα έβλεπαν δεν ήξεραν αν έχουν να κάμουν με ανθρώπους ή με θεούς. Άλλη φορά για τον Λέντα, και για την άλλη του σπηλιά τη θαλασσινή, που είναι ένας θολοσκέπαστος ναός, μ’ άγρια περιστέρια φωλιασμένα στα κοιλώματα, ανάμεσα στα τρεμάμενα φωτοκλώναρα των τοιχωμάτων.

Πρωτοήρθα στα μέρη αυτά καλεσμένος από φίλους κι έκτοτε σχεδόν κάθε καλοκαίρι τα επισκέπτομαι. Είναι περίπου δέκα χρόνια πριν που μια φίλη Γερμανίδα με πήρε με το αυτοκίνητό της να μου δείξει τα βουνά και να μου γνωρίσει μερικούς απο τους πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους των. Να μου γνωρίσει τους βοσκούς που ζουν απ’ τα κοπάδια τους, για να έχουν όλη την άνεση, να γράφουν ποιήματα, να ζωγραφίζουν, να είναι γλύπτες, να φτιάχνουν ψηφιδωτά, να παίζουν μουσικά όργανα. Μ’ όλους αυτούς συνδέθηκα. Αλλά κυρίως συνδέθηκα, μ’ έναν βοσκό ποιητή, που αραιά, πού και πού, μου στέλνει κάνα ποίημά του.

Πριν λίγες μέρες μου έστειλε ένα ποίημα για την ευρωζώνη, συνοδευόμενο από το γράμμα του αυτό: «Δεν ξέρω Γιάννη μου τί γίνεται, δεν καταλαβαίνω», μου λέει. «Όταν πηγαίνω στο καφενείο, βλέπω τηλεόραση, φοβούμαι. Να μείνουμε μ’ αυτά τα τέρατα; Σκλαβιά, φτώχεια, ταπείνωση και ίσως αφανισμός. Να φύγουμε; Πολλά λέγονται ενάντια στη φυγή. Φοβούμαι. Αλλ’ όταν βρίσκομαι τη νύχτα στο βουνό και κοιτάζω τον Aστροπόταμο να περνάει γύρω και πάνω μου, εκβάλοντας βαθειά στο πέλαγος, γίνομαι ξάφνου ξάστερος, ολοκάθαρος, δυνατός, και είμαι σίγουρος πως πρέπει να φύγουμε από αυτούς, εμείς που ζήσαμε χιλιάδες χρόνια χωρίς αυτούς. Που μας μαγαρίζουν. Δεν αντέχω μέσα στη σιωπή των ορέων, κάτω από τ’ άστρα, την ασχήμια τούτη. Και μη μπορώντας να μιλήσω μ’ άλλον τρόπο για ό,τι σκέφτομαι και νοιώθω, κάθομαι και γράφω αυτό που σου στέλνω εδώ:

H ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Από την ευρωζώνη σας Έλληνες να μη βγείτε
και προπαντός στον τάφο σας πάντα να τη φορείτε
γιατί ο μέγας ο σεισμός της Κρίσεως σαν γίνει
κι αναστηθούμε ο Θεός πάνδημους να μας κρίνει

μην έχουμε ατύχημα, μη σπάσει καμμιά μέση
όταν ο τάφος κανενός πάνω σε τάφο πέσει.
Μην πάτε μπρος εις τον Κριτή με γόνατα βγαλμένα
με κρανιοκατάγματα και μούτρα τσακισμένα.

Το Κίνα θα σας καταπιεί, το Ρώσοι θα σας φάει
την ευρωζώνη σας εσείς που σκλάβους σας κρατάει
στων τοκογλύφων το μαντρί, στου δράκοντα την τρύπα
το θέλουν οι εταίροι σας, το θέλουν και οι ΗΠΑ.

Η ευρωζώνη σας Γραικοί είν’ εθνική σας προίκα
χωρίς αυτήν χαθήκατε για τρεις χιλιάδες χρόνια,
θα επιστρέψετε στη γη, στον κήπο, στην κατσίκα,
στη βάρκα, και στους θρύλους σας για πάλεμα στ’ αλώνια.

Έλληνα, που κατάντησες, ν’ ακούς αντίς ειδήσεις
τα φοβερά της γκεταπό τα ανακοινωθέντα
κι αν μουρμουρίζεις, ξεφυσάς, ή λες σκληρή κουβέντα
κανένανε κατάμουτρα δεν θά βρεις για να βρίσεις.

Το τέρας πολυκέφαλο κι αόρατο συνάμα
μέσα στης τηλεόρασης τα έλη έχει ριζώσει
μ’ αυτός που δένοντας του νου τις λάμψεις σε μια λάμα
λάμπουσα εκθαμβωτικά μπορεί να το σκοτώσει.








Φωτογραφία Γιάννη Υφαντή
ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΑΓΑΛΜΑ γυναίκας, πριονισμένο πιθανότατα από τους ανθρώπους του Έλγιν. Το βρήκα σε κατάδυσή μου στα Κύθηρα. Το κράτησα στο σπίτι μου γιατί καθώς η λεηλασία της χώρας γίνεται βάσει του Αγγλικού Δικαίου τη μερίμνη του πατριώτη Ευάγγελου Βενιζέλου, αν το παραδόσω στις αρχές υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί στα μουσεία της Γερμανίας ή στο σπίτι του Σόιμπλε.

ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΑ στο σπίτι μου. Τη μέρα το έχω πάνω σ’ ένα μεγάλο τραπέζι στρωμένο με κόκκινο νυφικό σεντόνι και τα βράδυα στο κρεββάτι μου το παίρνω αγκαλιά και κοιμούμαι μαζί του. Παρακαλώ τους φίλους, αυτό το τελευταίο που εξομολογούμαι εδώ, να κρατηθεί μεταξύ μας.















ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ! ΙΔΟΥ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΤΟΥ ΙΒΥΚΟΥ!

(«Τί να κάνουμε Γιάννη μου, αυτοί με τα μέσα, εμείς με το μέσα», Γιάννης Ζήκας, ζωγράφος της Θεσσαλονίκης)

ΘΑ ΗΤΑΝ 1989. ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ. Ο αντιδήμαρχος πολιτισμού Θεσσαλονίκης μου τηλεφώνησε να συμμετάσχω σε μια κριτική επιτροπή, μαζί με τον Περικλή Σφυρίδη, τον Γιώργο Κάτο και δυο άλλους, (έναν κύριο και μια κυρία που δεν θυμούμαι τώρα τα ονόματά τους). Θα έπρεπε να επιλέξουμε τον καλύτερο νέο ποιητή (ή ποιήτρια) για την Μπιενάλλε της... Βενετίας (;)... Δέχτηκα. Μου έστειλαν τα κείμενα των υποψηφίων συνοδευόμενα και από τα ονόματά τους. (Τα ονόματά τους τί χρειάζονταν;).


Ζωγραφιά καμωμένη για άρθρο μου
 (του Χρήστου Παπανίκου, 1993)
ΔΕΝ ΑΞΙΖΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΚΑΝΕΙΣ από τους υποψηφίους, μα τους διάβασα προσεκτικά και τους έβαλα σε μια σειρά, βαθμολογώντας με το 1, το 2, το 3 κ.τλ., αιτιολογώντας τη σειρά και τη βαθμολογία μου. Έτσι, έτοιμος πια, περίμενα τη μέρα που θα παρουσιαζόμασταν στο Δημαρχείο, όπου ο κάθε κριτής θα έλεγε τα δικά του.

ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΣ ΜΑΣ αυτής στο Δημαρχείο, μου τηλεφώνησε ο Σφυρίδης και με παρακάλεσε να προτείνουμε την κόρη μιας γνωστής του, (φίλης του; κουμπάρας του; δεν θυμάμαι), της το είχε υποσχεθεί. Σε καμμιάν ώρα μετά, μου τηλεφώνησε κι ο Γιώργος Κάτος. Μου ζήτησε κι αυτός να προτείνουμε την ίδια κοπέλα που ζήτησε να προτείνουμε ο Σφυρίδης). Είπα και στους δυο: «Ναι, γιατί όχι; Κανένα πρόβλημα».

ΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΑ; ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΑ ΛΟΓΙΑ. ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΗΤΑΝ απαράδεκτο να ξεκινά κανείς την ποιητική του σταδιοδρομία με μέσον. Να ξεκινά κανείς με μέσον, αυτό που, όντας το καθαρότερο στοιχείο του κόσμου, έρχεται να εναντιωθεί σε κάθε μέσον, σε κάθε αναξιοκρατία, σε κάθε κοινωνική βρωμιά. Και να το αποδέχεται η υποψήφια, το μέσον, να το αποδέχεται η μάνα της, διόλου δεν ήταν ασυνήθιστο. Όμως να το αποδέχονται και αυτοί που κυκλοφορούν στην κοινωνία ως συγγραφείς, φέρνοντας τον τίτλο και την ιδιότητα που σημαίνει καταπολέμηση του ψεύδους, της διαφθοράς, της αδικίας και της αναξιοκρατίας, αυτό είναι απαράδεκτο. 

ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ αυτοί, να σκέφτονται και να δρουν, χειρότερα κι από κοινούς απατεώνες ή φτηνούς πολιτικάντηδες; Μα ήταν απλό:

1. Ως συγγραφείς ήσαν κ’ οι δυο τους από μετριότατοι έως ανύπαρκτοι. Μα, θα δεχόταν κανείς τα μέσα και την αναξιοκρατία, αν ήταν όντως συγγραφέας; Θα το έκανε αυτό ένας Παπαδιαμάντης ή ένας Καζαντζάκης, ένας Καμύ ή ένας Μάρκες; Ποτέ. Αντίθετα μάλιστα, θα πολεμούσαν με σθένος και παρρησία τη διαφθορά.

2. Μα οι μηδαμινότητες αυτές, είχαν και το άλλο κουσούρι. Ήσαν δεξιοί. Κι ένας δεξιός, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει αναπνοή, κόσμος, κοινωνία, χωρίς μέσο, χωρίς αδικία, χωρίς αναξιοκρατία, χωρίς τρικλοποδιά, πάντα υπέρ των δεξιών και πάντα εναντίον των άλλων.

ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ και καθίσαμε στο κυκλικό τραπέζι. Οι πέντε κριτές!!!!  Ήρθε κι ο αντιδήμαρχος. «Λοιπόν;» είπε ο αντιδήμαρχος. «Λοιπόν» είπα, «κύριε αντιδήμαρχε, εγώ δεν ήρθα εδώ σήμερα για να καταθέσω την πρότασή μου, αλλά για να παραιτηθώ από αυτή την επιτροπή». (Οι άλλοι όλοι κοκκίνισαν και κυρίως ο Σφυρίδης με τον Κάτο). Κιτρίνισαν. «Μα γιατί κύριε Υφαντή; Θα μπορούσατε να μου πείτε τον λόγο;». «Γιατί, ενώ είχα βαθμολογήσει τους κρινόμενους και καταγράψει τους λόγους για τους οποίους τους βάζω τον ορισμένο βαθμό, πήρα τηλεφωνήματα από τον κύριο Σφυρίδη και από τον κύριο Κάτο, να δείξουμε εύνοια σε κάποιο πρόσωπο, και να επιλέξουμε αυτό το πρόσωπο, αγνοώντας όλους τους άλλους. Τέτοιο πράγμα είναι απολύτως αντίθετο προς το ήθος μου. Και σίγουρα, αφού έγινε προς εμένα αυτή η πρόταση, σίγουρα θα έχει γίνει και προς την κυρία και τον κύριο εδώ» είπα, δείχνοντας την κυρία και τον κύριο που αποτελούσαν το τέταρτο και το πέμπτο μέλος της επιτροπής. «Ναι, δυστυχώς» είπε η κυρία, «έγινε και σε μένα αυτό το τηλεφώνημα». «Και σε μένα» είπε ο κύριος.

«ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΩΣΤΟ ΑΥΤΟ, δεν ήταν σωστό» είπε ο αντιδήμαρχος, «αλλά, πριν παραιτηθείτε κύριε Υφαντή, θα προτείνω κάτι. Είστε ο ποιητής της παρέας και πολύ καλός ποιητής. Θα έφτανε κατ’ εμέ να δεχτούμε όποιον αξιολογήσατε εσείς ως καλύτερο. Ελπίζω και οι άλλοι να το αποδέχονται. Και να σταματήσει εδώ το ζήτημα. Τι λέτε;» «Δεχόμαστε», είπαν όλοι οι άλλοι. «Αφού οι άλλοι δέχονται, δέχομαι κι εγώ» είπα. «Τότε το πρόβλημα τελειώνει εδώ, στέλνουμε στη Μπιενάλε της Βενετίας τον υποψήφιο που με κάθε προσοχή εσείς επιλέξατε. Όλοι εγκρίνουν τη δική σας επιλογή». «Εντάξει» είπα εγώ. «Πάρετε τον φάκελό μου»... Και, σηκώθηκα, χαιρέτησα κι έφυγα.

ΑΥΤΑ. ΑΛΛΑ ο «Ελεύθερος Τύπος», η χουντική εφημερίδα των Αθηνών, λίγες μέρες μετά, έγραφε: «Ο κομμουνιστής ποιητής της Θεσσαλονίκης Γιάννης Υφαντής, κατάφερε να στείλει φίλο του κομμουνιστή στην Μπιενάλε της Βενετίας κ.λπ κ.λπ.....».

ΠΕΡΙΤΤΟ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΜΑ ΟΧΙ ΠΕΡΙΤΤΟ, να πω ότι –ως προς την πολιτική- δεν ήμουν ποτέ κάπου ενταγμένος, κι ακόμη να πω, ότι δεν γνώριζα κανέναν  από τους υποψηφίους. Όταν μου είπαν για το δημοσίευμα, αγόρασα την εφημερίδα, τη διάβασα και τηλεφώνησα στον Σφυρίδη. «Κανένα πρόβλημα Γιάννη. Έλα το απόγευμα στο γραφείο μου, να πιούμε το καφεδάκι μας και να συντάξουμε μιαν επιστολή προς την εφημερίδα (την οποία επιστολή θα υπογράψουν όλοι) ζητώντας ν’ αποκαταστήσει την αλήθεια...».

ΠΗΓΑ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ. Συντάξαμε την επιστολή, ανέλαβε να την υπογράψουν οι υπόλοιποι και να τη στείλει, λέγοντάς μου ότι: «Δεν μπορούν, θα δημοσιεύσουν το γράμμα που τους στέλνουμε, ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια. Όσο για το άλλο, που σου προτείναμε την άλλη φορά , ήταν μεγάλο λάθος από μέρους μας, ενώ εσύ αντίθετα, πολύ καλά έκανες... Άλλωστε... αυτό θα πει αληθινός ποιητής... Όταν γίνει η δημοσίευση, Γιάννη μου, θα σε ειδοποιήσω...».

ΔΕΝ ΜΕ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ και για τίποτε. Δεν μου είπε κανείς για δημοσίευση κάποιας επιστολής που διέψευδε, όσα είχε δημοσιεύσει ο «Ελεύθερος Τύπος». Θέλετε κι επακόλουθα; Στο εξής, όταν γινόταν κάποιο αφιέρωμα στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, πάντοτε εγώ απουσίαζα από το αφιέρωμα αυτό. Αφιέρωμα στα «Νέα», στο «Βήμα», στη «Θεσσαλονίκη», στην «Μακεδονία», στην «Ελευθεροτυπία»...Γιορτή στον Πειραιά, Θεσσαλονικέων και Πειραιωτών ποιητών, πάντοτε απουσίαζα. Από το ειδικό cd με Θεσσαλονικιούς ν’ απαγγέλουν ποιήματά τους, (αν και με κάλεσαν στο στούντιο και απήγγειλα), εγώ απουσίαζα. Θυμούμαι κάποιον φίλο να μου λέει: «Είχαν προχτές στα «Νέα», ένα αφιέρωμα στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Έψαχνα παντού να σε βρω, κοίταζα ξανά και ξανά, μην κόλλησαν τα φύλλα της εφημερίδας, και γι’ αυτό δεν σε βρίσκω. Τίποτε. Με παραξένεψε πολύ. Γιατί αυτό το θάψιμο;».

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕ Ο ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ στη Θεσσαλονίκη και παρουσίασε το βιβλίο του «Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς», ο Σφυρίδης σηκώθηκε και τον κατακεραύνωσε επειδή από τους νέους ποιητές περιελάμβανε στο βιβλίο του μόνο εμένα. Ο Κούρτοβικ του είπε: «Ακούστε κύριε Σφυρίδη, το θέμα είναι πολύ απλό. Για μένα, κι όχι μόνο, ανάμεσα στους νεότερους, μόνο ο Υφαντής είναι πράγματι ποιητής».

ΕΙΧΑ ΠΙΑ ΣΒΗΣΕΙ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Κι όταν κάποιοι βιβλιοπώλες ανάρτησαν φωτογραφίες στα βιβλιοπωλεία τους με τους συγγραφείς και τους ποιητές της Θεσσαλονίκης, μόνο εγώ απουσίαζα. (Ένας φίλος βιβλιοπώλης μια μέρα, βλέποντας να κοιτάζω τις φωτογραφίες χαμογελώντας, μου είπε: «Γιάννη μου, τι κοιτάς; Πρώτον εσένα είχα σκοπό να βάλω εκεί. Αλλά κάποια στιγμή, όταν σκέφτηκα αυτά που κάναν με τον «Λοξία» εξαιτίας σου, τρόμαξα. Μα τον έκλεισαν. Ο Κυπριαννίδης έμαθα σκέπτεται να το μετατρέψει σε ουζερί»).

ΟΝΤΩΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ πολύ τον Γιάννη Κυπριαννίδη με το πανέμορφο βιβλιοπωλείο του, επειδή δεν υπάκουσε στις συστάσεις τους, να σταματήσει την έκθεση των ΑΡΧΕΤΥΠΩΝ που μου έκανε. Λεπτομέρειες, που δείχνουν τον ηθικισμό, το φθόνο, την διάθεση να ελέγχουν τα πάντα, οι πτωχομαφιόζοι  της Θεσσαλονίκης, μπορεί να σας πει ο ίδιος ο Κυπριαννίδης. Ο οποίος μου έλεγε: «Δεν θα κατεβάσω τα έργα σου κι ας μην ξαναπατήσει κανένας εδώ. Θέλουν να μιζεροποιήσουν τη Θεσσαλονίκη, κάνοντάς την σαν τον εαυτό τους. Απίστευτο, αντίς να καμαρώνουν που υπάρχει στην πόλη τους ένας τέτοιος ποιητής, κάνουν σαν μαντρόσκυλα που δείχνουν όλη τη θρασυδειλία τους, μόλις βρεθούν αντιμέτωπα μ’ ένα λιοντάρι».

ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΥΤΟ ΓΙΝΕΤΑΙ στη Θεσσαλονίκη. Αυτός που για κάποιους σαν τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Πεντζίκη, τον Ασλάνογλου, τον Χριστιανόπουλο, τον Κρεσέντζο Σαντζίλιο, τον Στέφαν Γκέτσεφ, τον Ζαν Κλωντ Βιλλαίν, τον Κίμωνα Φράιερ, τον Ηλία Πετρόπουλο κι εκατοντάδες άλλους, θεωρήθηκε ως ο πιο σημαντικός ποιητής* της Θεσσαλονίκης, έσβησε, δεν υπήρχε. Μέχρι και σήμερα κρατάει αυτό.

(Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, εξ’ αρχής, από το 1978 ακόμη, αντελήφθη τον πόλεμο που μου γινόταν, και μίλησε δημοσίως σκληρότατα γι’ αυτόν, αλλά δεν έμαθα ποτέ αν γνώριζε ότι αυτός ο πόλεμος προερχόταν από συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία είχαν αναλάβει εργολαβικώς την εξόντωσή μου. Ο Χριστιανόπουλος κατά καιρούς μ’ έβλεπε ανταγωνιστικά, αλλ’ από την άλλη, αδυνατούσε να σιωπά μπρος στον ολοφάνερο πόλεμο που γινόταν σ’ έναν αληθινό ποιητή. Κάποτε, δημοσίως, στην τηλεόραση, στη ΕΤ 3, είπε: «Και βεβαίως η Θεσσαλονίκη υπερτερεί πολιτιστικά της Αθήνας. Μα έχει η Αθήνα έναν Υφαντή;»).

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ πέρασα θαυμάσια. Στη Θεσσαλονίκη, για 32 χρόνια, περπάτησε κι έγραψε, ένας πραγματικός, ένας πλήρως  ποιητής. Όμως, με κυνήγησαν σα φίδι, δύο κυρίως άνθρωποι, που ήλεγχαν την κατάσταση, μα όχι κι εμένα. (Ήλεγχαν την κατάσταση σ’ ένα επίπεδο κοινωνικό, αλλ’ αδυνατούσαν να αντιληφθούν το επίπεδο εκείνο στο οποίο υπήρχε ο πυρήνας του ποιητή, ώστε να τον βλάψουν. Ο Σφυρίδης, ο νεοδημοκράτης, (που ήλεγχε την ανθρώπινη περιοχή της Ν. Δημοκρατίας κι όχι μόνο). Και ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης (που ήλεγχε όλη τη νεολαία του ΠΑΣΟΚ, εντός κι εκτός Πανεπιστημίου). Με κυνήγησαν σαν γυναίκες που τις απέρριψα ερωτικά. Διότι και οι δυο αρχικά, μ’ «αγαπούσαν», πολύ!!!!

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΦΥΡΙΔΗ, ΕΙΠΑΜΕ. Το μίσος του ξεκίνησε από το ότι, μ’ αυτό που έκανα, δεν τον εξευτέλισα έξω -διότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν αναφέρθηκα δημοσίως στο γεγονός- τον εξευτέλισα μέσα του. 

ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ, αυτός κάποια στιγμή (1978) ήθελε να ξεκινήσει δικές του εκδόσεις. Και ήθελε σώνει και καλά να ξεκινήσει μ’ εμένα, με το «Μανθρασπέντα» κι ας ήταν αυτή η δεύτερη έκδοσή του. Εγώ, μπρος στις παρακλήσεις του, στις προσευχές του, θα δεχόμουν, όμως, υπό έναν όρο: Ν’ αλλάξει το όνομα του εκδοτικού οίκου που ετοίμαζε.  Ήμουν σε αφάνταστο βαθμό ευαίσθητος με τις λέξεις. Του είπα: «Δεν μπορεί το βιβλίο μου να έχει στο εξώφυλλο, πέραν του πανέμορφου ονόματός μου, τη μαγική λέξη «Μανθρασπέντα», και συνάμα, λίγο πιο κάτω, τη λέξη «Μπαρμπουνάκης». Εσύ δεν το καταλαβαίνεις, αλλ’ εγώ, είναι αδύνατο ν’ αντέξω αυτή τη συνύπαρξη». Κι αφού με τραπέζωσε ξανά και ξανά, με πήγε εκδρομές, μου έταξε λαγούς με πετραχήλια, και δεν με κατάφερε, ξεκίνησε έναν πόλεμο εναντίον μου, καθώς λένε, ανηλεή. Η γυναίκα του, βλέποντας από κοντά  όλα τούτα, βιώνοντάς τα καθημερινά, τον σιχάθηκε, και τον εγκατέλειψε. Αυτό, δεκαπλασίασε το μίσος του εναντίον μου, ένα μίσος που όπως είπα, ποτέ δεν άγγιξε τον πυρήνα μου. Για μένα, ο κόσμος μου, ήταν ο έρωτας και η ποίηση. Το ότι ο Σφυρίδης και ο Μπαρμπουνάκης φρόντιζαν να με σβήνουν από παντού, διόλου δεν με άγγιζε. Ούτε καν με απασχολούσε.

ΥΓ. : ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥΤΟ, μου έδωσε δημοσίευμα του Περικλή Σφυρίδη στο περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» της Κοζάνης. Όπου ο Σφυρίδης, αναρωτιέται, πώς είναι δυνατόν, ο μέγας Μίκης Θεοδωράκης και ο πολύ εκτιμώμενος από αυτόν Ντίνος Χριστιανόπουλος (με τον οποίο μάλωσε κάποια στιγμή, πιθανότατα συν τοις άλλοις και για μένα), να κάνουν το τεράστιο λάθος, να θεωρούν την σημερινή ελληνική κρίση, αποτέλεσμα συνωμοσίας ξένων κέντρων.

α) Είναι φυσικότατο που ο Σφυρίδης δεν αποδέχεται τα λεγόμενα του Μίκη περί συνωμοσίας.. Όταν εξ’ ιδίων γνωρίζει τη φθορά και την διαφθορά που προκαλούν στη χώρα άνθρωποι σαν τον ίδιο, γιατί ν’ αποδεχτεί ότι όλα τα κακά έρχονται εκ των έξω;

β) Είναι έν’ από τα κύρια χαρακτηριστικά του δεξιού  το ν’ απορρίπτει κάθε εναντίωση του Έλληνα προς εξωτερικές δυνάμεις. Διότι οι παραμορφωτικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. στη χώρα μας, του παρέχουν, το πολιτικοκοινωνικό εκείνο περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορεί αυτός ανέτως (και υπεράνω πάσης υποψίας) να βολεύεται και συνάμα, να προωθεί τους ανάξιους και να καταποντίζει τους άξιους, μεγάλην τιμήν λαμβάνων από τους ομοίους του, καριερίστες της αναξιοκρατίας και αριστεύοντες ως προς την δολοφονία ποιητών.

γ) Έγραψα όλα τούτα, έχοντας πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει στη χώρα μας, με τα θύματα, αν τολμήσουν να καταγγείλουν τους θύτες τους: Ξαναγίνονται θύματα, και μη όντας στον κύκλο της διαφθοράς, ουδείς τα υπερασπίζεται, ο δε θύτης, ξαναγίνεται θύτης, κι όντας στον κύκλο της διαφθοράς, πολλούς ομοίους του και υποτελείς του έχει να τον συνδράμουν.

δ) Γνωρίζοντας ότι το λεγόμενο «κακό», σε εμπλέκει στον άθλιο κόσμο του, αν ασχοληθείς μαζί του, δεν θα έκανα ποτέ μου αυτό το κείμενο. Όμως εντέλει το έκανα, διότι βλέπω με ανησυχία, στις μέρες μας, με την ευκαιρία της κατευθυνόμενης αυτής κρίσης , υποκείμενα με σαθρό βίο, να προσπαθούν να υποσκελίσουν τους άξιους που απέμειναν σ’ αυτό τον τόπο. Να διεκδικούν τον τίτλο του εκφραστή της σοφής και έγκυρης γνώμης... Δεν θα έκανα ποτέ μου αυτό το κείμενο. Όμως εντέλει το έκανα, διότι βλέπω με ανησυχία ότι στη χώρα μας, όπως το ξαναέχω πει, «τα όρη χαμηλώσανε κ’ οι κοπριές ψηλώσαν». Και βεβαίως, το ότι εσχάτως εμφανίστηκε ξανά, και με τόση ένταση, στην οθόνη του νου μου, η εικόνα της θαυμάσιας αυτής παροιμίας, διόλου μα διόλου δεν μου αρέσει.

ε) Έγραψα όλα τούτα, ΤΩΡΑ, ενώ παλαιότερα δεν τους έδινα σημασία. Σα να μην είχαν να κάνουν μ’ εμένα. Εύρισκα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης τον Περικλή ή τον Μπαρμπουνάκη και τους χαιρετούσα εγκάρδια, σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Και για μένα αυτό το «εγκάρδια» ίσχυε απολύτως. Αγαπούσα όλους τους ανθρώπους, και για την κακία τους, δεν τους μισούσα, αντιθέτως, τους ευσπλαχνιζόμουν. Όσο για τον Κάτο, μ’ αυτόν συναντιόμασταν συχνά, συνήθως σε ουζερί και καφετέριες. Μετά το περιστατικό στο Δημαρχείο, στην συμπεριφορά του απέναντί μου, τίποτε δεν είχε αλλάξει προς το χειρότερο. Αντιθέτως μάλιστα, η εκτίμηση και η αγάπη του έκτοτε απέναντι στο πρόσωπό μου ήταν απεριόριστη.  Μου έλεγε, σκύβοντας κοντά μου, χαμογελώντας, και χαμηλώνοντας τη φωνή του, με ψευτοσυνωμοτική σοβαρότητα: «Είσαι ανυποχώρητος ρε πούστη. Εκεί, το δικό σου εσύ. Γι’ αυτό και σ’ αγαπάω. Γιάννη, πίστεψέ με, δεν υπάρχει άνθρωπος που να εκτιμώ και ν’ αγαπώ περισσότερο από σένα. Κι όσο για τα ποιήματά σου, γαμώ το, σκίζεις ρε κωλόπαιδο, μας έχεις βάλει όλους πόστα...».

ΕΞ’ ΑΛΛΟΥ ΕΓΩ, είμαι βαθύτατα διαποτισμένος από την πίστη ότι κανείς δεν επέλεξε να γεννηθεί τέτοιος που γεννήθηκε. Βεβαίως, οι άνθρωποι, ως επί το πλείστον, είναι κακοί. Αλλά είναι δική σου μαγκιά το να εντοπίσεις σ’ αυτούς το λίγο ή περισσότερο καλό που έχουν, να προσπαθήσεις να το ενθαρρύνεις, να το κινητοποιήσεις, ώστε να μπορείς να το κάνεις  παρέα. Διαφορετικά, θα είσαι υποχρεωμένος να ζεις, (ως επί το πλείστον), στην κόλαση.

_____________________________________

* Θα είναι ανόητος όποιος νομίσει ότι μ’ όλα τούτα, διεκδικώ τον τίτλο του καλύτερου ποιητή της Θεσσαλονίκης. Έχοντας εξασφαλισμένο τον θησαυρό μου απ’ άστρα, κάνοντας καθημερινά παρέα με την Ουρανία, τ’ αηδόνια, τις πυγολαμπίδες, τις παπαρούνες, τον Όμηρο και τον Έλιοτ, τί να διεκδικήσω; Εγώ, είμαι αυτό που νομίζει ο καθένας, αλλά για μένα, κατά βάθος, είμαι το ύψιστο εκείνο που λέγεται ΤΙΠΟΤΕ.
 
 
 
 
 
Τεχνική επιμέλεια: Σώτος και Ουρανία Υφαντή