Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Η ΞΕΝΗ

















" ...Κι ο άνθρωπος αυτός με τα δαγκώματα των τροπικών στο δέρμα
βάζοντας τα μαύρα του γυαλιά σα να ’θελε να δουλέψει με τη φλόγα του οξυγόνου
έλεγε ταπεινά προσέχοντας και σταματώντας στην κάθε του λέξη:
Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρύσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν την πέτρα όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους
κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου."

Γιώργος Σεφέρης


Τις αμαρτίες τους τις φόρτωσαν στους άλλους κ’ έτσι αγιάσανε.

Γιάννης Ρίτσος


Όταν ο Γιουντχιστίρα έφτανε στην πύλη του παραδείσου διαπίστωσε ότι ο αγαπημένος του σκύλος τον ακολούθησε και πέραν το θανάτου. Ο φύλακας της πύλης καλοδέχτηκε τον Γιουντχιστίρα μα του εξήγησε ότι τα σκυλιά δεν είναι δεκτά στον παράδεισο κι ότι έπρεπε τώρα ν’ αποχωριστεί τον τετράποδο φίλο του για να περάσει την πύλη. «Αν δε γίνεται να περάσει μαζί μου κι ο αγαπημένος μου σκύλος» είπε ο Γιουντχιστίρα «αρνούμαι να περάσω αυτή την πύλη». Τότε μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του κήπου. «Ο Γιουντχιστίρα υπήρξε ο άριστος των ανθρώπων. Θα κάνουμε μιαν εξαίρεση. Να περάσει μαζί με τον σκύλο του αφού τόσο πολύ το επιθυμεί».


Το να συνεχίσουμε την διήγηση και να πούμε πως το σκυλί μόλις πέρασε την πύλη μεταμορφώθηκε σ’ αυτό που πάντα ήταν, δηλαδή σ’ ένα θεό που συνόδευε για πολλά χρόνια τον Γιουντχιστίρα, δεν έχει και τόση σημασία. Ίσως όμως έχει σημασία να πούμε ότι σ’ αυτούς τους τόπους, όπου οι πνευματικά νεόπλουτοι Εγγλέζοι, είχαν ολόκληρες περιοχές περιφραγμένες, με πινακίδες που προειδοποιούσαν ότι απαγορεύεται η είσοδος στους Ινδούς και στα σκυλιά, σ’ αυτούς τους τόπους από πανάρχαιους καιρούς είχαν εννοήσει, όχι μόνο το έξοχο «Εν το Παν» αλλά και την έξοχη παραλλαγή του: Τατ τβαμ ασί: «Εσύ είσαι εκείνο». Ποιο εκείνο; Αυτό που αναζητάς, αυτό που θαυμάζεις, αυτό που «είναι πανταχού παρόν και τα πάντα πληρόν», αυτό που αποφεύγεις, αυτό στο οποίο όταν κινδυνεύεις καταφεύγεις, αυτό που φοβάσαι, αυτό που περιφρονείς, αυτό που σφάζεις, αυτό που βάζεις σε μια πλαστική σακούλα μαζί με τη λειψή σου συνείδηση, το πετάς σε μια βατουλιά και πας και κοιμάσαι ήσυχος, διότι την ηλιθιότητα, καθώς είναι ακατανίκητη, ουδείς δύναται να την διαταράξει, καμμιά ερινύα, κανένας θεός.

Μέρα της Λαμπρής, μέρα που οι Χριστιανοί γιορτάζουν την αυτοθυσία του Αμνού σφαγιάζοντας με τη βία και καταβροχθίζοντας εκατομμύρια αμνούς. Μέρα της Λαμπρής, μεσημέρι, φτάνει μια σκύλα, πεινασμένη, κάνοντας μερικά βήματα μπρος, πάντα με πλάγια κίνηση, δηλαδή προχωρώντας μα έτοιμη κιόλας να το βάλει στα πόδια, κουνώντας την ουρά της φιλικά μα και δειλά, διερευνητικά. Στα μάτια της ο απέραντος καημός του ξένου: φόβος, θλίψη, δίψα για καλωσύνη και φιλία μα προπάντων, ασυνείδητη, μισοσυνειδητή, η απορία: «τι κακό έκανα και οι άνθρωποι μου φέρνονται έτσι;».

Μέσα στον ύπνο της όπως θα έλεγε ο Μπόρχες, μπορεί να βρήκε την απάντηση, αλλά δεν τη συγκράτησε στον ξύπνο της. Μέσα στον ύπνο της ίσως το Παγκόσμιο Πνεύμα της εξήγησε τον λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι της φέρνονται έτσι, μα ο ξύπνος ενός ανθρώπου η ενός ζώου δεν μπορεί να χωρέσει τις εξηγήσεις που δίνει το Παγκόσμιο Πνεύμα στον ύπνο. Μέσα στον ύπνο της ίσως το Παγκόσμιο Πνεύμα της είπε: «Οι άνθρωποι σου φέρονται έτσι, όχι γιατί έκανες κάποιο κακό, αλλά μόνο και μόνο γιατί υπάρχεις ως ενσάρκωση της φιλίας και της αθωότητας, πράγματα που η ανθρώπινη συνείδηση, λειτουργώντας μόνο και μόνο στο κατώτερο επίπεδό της δεν μπορεί ν’ αντέξει. Όμως θα σε στείλω σε κάποιον που ακολουθεί, προφυλασσόμενος όσο μπορεί, τον αρχαίο δρόμο της συνείδησης που είναι «πάμφωτη σαν καλοκαίρι». Θα σε φιλοξενήσει, γιατί πίσω απ’ τα πολλά διακρίνει το ένα κι έχει κι αυτός όπως κι εσύ εν μέσω των ανθρώπων διαρκές το βίωμα της ξενιτείας, νοιώθει πάντοτε ξένος και θα σε ονομάσει Ξένη. Αν και θα μπορούσα να πω ότι αποτελεί μια ενσάρκωση της αγάπης, τον τελευταίο καιρό σιχαίνεται και συνάμα λυπάται το ανθρώπινο είδος. Σιχαίνεται τους ανθρώπους γιατί βλέπει ότι είναι σχεδόν πάντα κυριευμένοι από την δολιότητα, την οποία έχουν τόσο πολύ συνηθίσει, ώστε να πιστεύουν πια πως αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή τους. (Φαντάσου, κάτω από τα ζώα των άστρων, ηλικίας εκατομμυρίων ετών, αυτά τα όντα της στιγμής που λέγονται άνθρωποι, να είναι πνιγμένα στην ιδιοτέλεια, στο δόλο, στην απάτη και στην αυταπάτη). Και βέβαια τους λυπάται γιατί γνωρίζει ότι κι αυτοί κατά βάθος δεν φταίνε. Δεν το ζήτησαν να γεννηθούν. Δεν το ζήτησαν να γεννηθούν τέτοιοι που γεννηθήκαν».


Έτσι υποθέτω μίλησε το Παγκόσμιο Πνεύμα στην σκύλα. Κι αυτή πάνω που χανόταν από τον ουρανό ο αστερισμός του Κυνός, εμφανίστηκεν εδώ. Κι όταν ο ίδιος αστερισμός ενώνεται με τον Ήλιο και οι άνθρωποι αποδίδουν στην ένωση αυτή τα κυνικά καύματα, η σκύλα πέθανε, αφήνοντάς μου εννιά σκυλάκια. Εννιά, όσα και τα παιδιά του Ήλιου, οι πλανήτες. Εννιά. Που είναι ο μέγιστος των αριθμών αφού μετά από αυτόν δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι αριθμοί αλλά επαναλήψεις. Το 10 λόγου χάριν, άλλο δεν είναι παρά επιστροφή στο 1 και στο 0. Άλλωστε το 9, ως σχήμα, είναι ήδη το 1 και το 0, είναι το 1 που τυλίγεται για να γίνει ξανά μηδέν, μηδέ εν, δηλαδή τα πάντα. Και δεν είναι μόνον ο μέγιστος των αριθμών αλλά είναι συνάμα ο μοναδικός αριθμός που παραμένει αναλλοίωτος, σαν τον Πρωτέα, πίσω από κάθε μεταμόρφωση. Μ’ όποιον αριθμό κι αν πολλαπλασιάσεις το εννιά, πάντα στο τέλος βγαίνει το εννιά.

Και γιατί να λέω όλα τούτα; Μα γιατί, καθώς έλεγε ο Σαββόπουλος, «αν δεν παραμυθιαστούμε / πώς θα ελευθερωθούμε;» Κι ακόμα γιατί, αν δεις σα μια κακοτυχία κι όχι ως σκηνοθέτης Κουροσάβα μια δύσκολη κατάσταση στην οποία περιέρχεσαι άθελά σου (και η οποία δεν θα ήταν δύσκολη αν ο καθένας δεν σου φόρτωνε και το δικό του μερίδιο), δεν βγάζεις το πολύτιμο σενάριο, δεν ζεις το καταπληκτικό φιλμ: Ζήτησα βοήθεια, επείγουσα βοήθεια ζήτησα από παντού, για τα εννιά σκυλάκια που μου άφησε η –μάλλον- δηλητηριασμένη Ξένη. Όμως κανείς δεν προσέτρεξε να βοηθήσει. Ω των ανθρώπων η ρηχότητα και η άγνοια με την κόρη της τη σκληρότητα· ω των ανθρώπων ο στρουθοκαμηλισμός, η ανευθυνότητα, η χαιρεκακία (τώρα θα την πατήσει· να δούμε τι θα κάνει). Ω οι φίλοι με τα παχιά λόγια, οι αμέτοχοι γείτονες, οι αποτελούσες καμουφλάζ του συστήματος οικολογικές οργανώσεις, οι νίπτοντες τας χείρας των ιερείς· ω οι αρχές, οι αρχές, οι χωρίς αρχίδια και τέλος αρχές αυτής της χώρας. Καταπληκτικό σενάριο, μ’ όλους αυτούς να σου υπενθυμίζουν παροιμίες και πανάρχαιες ρήσεις σοφών που σχεδόν τις είχες ξεχάσει. Κι από την άλλη, η ενσαρκωμένη χάρη, τα σκυλάκια, οι άγγελοι της φωτογραφίας, κλεισμένοι (όπως θα μας έλεγε ίσως ο θαυμάσιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης) κλεισμένοι σε μορφές τέτοιες που να μην λειώνουν με τη λάμψη τους τα πρόσωπα των ανθρώπων.

Γιάννης Υφαντής