Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πρώτο μέρος των Ειδήσεων:






ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΒΟΣ







ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΑΜΠΑΤΖΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Οι δύο νέοι συγγραφείς κυκλοφόρησαν σ’ ένα κοινό βιβλίο (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ) τα διηγήματά τους Σαν Άνγκρε (Γιάννης Παλαβός) και Τα δάκρυα της φον Μπράουν (Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος).

Παραθέτω εδώ το κείμενο του εξωφύλλου:
Δυο νουάρ ιστορίες επιστημονικής φαντασίας
Το "Σαν Άνγκρε" είναι μια ελεεινή κωμόπολη της αμερικανικής επαρχίας. Ένας άεργος τριαντάρης, γέννημα-θρέμμα της περιοχής, θα μπλεχτεί σε μια υπόθεση με κυβερνητικές συνωμοσίες, καταθλιπτικά ανδροειδή που διαβάζουν Καμί, παλιοροκάδες μπακάληδες και νομπελίστες ποιητές.
Τα "Δάκρυα της Φον Μπράουν" είναι η ιστορία του Τζο Λυχνία, δεύτερου καλύτερου ντετέκτιβ των ανατολικών φτωχοσυνοικιών. Ο Λυχνίας αναζητά τα δάκρυα μιας παλιάς δόξας του κινηματογράφου. Στο μεταξύ, περνάει τον χρόνο του πίνοντας σαμπούκες στο μπαρ "Η Μπλε Πεταλούδα", συνομιλώντας με κάθε λογής απελπισμένους, μεταλλαγμένους και τρελούς.

* * *









ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ
ΑΥΡΙΟ ΚΛΑΔΕΜΑ (Μυθιστόρημα, εκδόσεις ΚΟΥΚΚΙΔΑ)
Παραθέτω εδώ το κείμενο του δεξιού πτερυγίου:
Μέσα σε καταστάσεις αβέβαιες και ατελείς με χαρακτήρες διαγραμμένους αχνά, πρωταγωνιστής του βιβλίου αυτού αναδεικνύεται το κείμενο, αφού στην εποχή μας η πληθωρική και κάποτε αυτονομημένη παραγωγή του επιβάλλει τις δικές της κειμενοκεντρικές λογικές. Η ανθρωπιστική παιδεία του συγγραφέα αντιδρά συνεχώς, όμως μόνο στο τέλος θα επιχειρήσει την ανθρωποκεντρική ανασπείρωση του πεζού του.
(Προσεχώς σχόλιο του Γ.Υ. για τον Σάββα Παύλου)


** *











ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

AΠEPANTA AΔEIO ΣΠITI (κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ)


Παραθέτω εδώ το κείμενο του οπισθόφυλλου:

Τι είναι πιο επικίνδυνο, να εγκλωβιστείς σε ένα ασανσέρ ή στους κόλπους της Aγίας Nεοελληνικής Oικογένειας; Mπορεί ένας πρώην αντάρτης πόλεων να κάνει μια καινούργια αρχή; Σε τι είδους τρέλα οδηγεί μια επιτυχημένη καριέρα στα μίντια; Ξεχνιέται ο έρωτας στα χρόνια του Mεγάλου Aδελφού; Πώς ένας συνταξιούχος μεταβάλλεται σε δράκο των κινηματογράφων; Γιατί μια γυναίκα δέχεται να τη μοιράζονται δυο δίδυμοι; Kαι για ποιο λόγο μια κοπέλα απολαμβάνει στο Ίντερνετ όσα απεχθάνεται στη ζωή;

Eπτά επισκέπτες του διεθνούς αεροδρομίου της Aθήνας, που όλοι τους συνδέονται με το παραθαλάσσιο θέρετρο Λίμνη Aχαϊας। Συνηθισμένοι άνθρωποι που βουλιάζουν σε αλλόκοτες καταστάσεις και ακραίοι τύποι που θέλουν να γίνουν κανονικοί. Mια αλυσίδα από επτά μαύρες κωμωδίες που εξερευνούν το απέραντα άδειο σπίτι του ατομισμού.


Σχόλιο του Γιάννη Υφαντή για τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο:
Εδώ και καιρό νοιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τον κατεξοχήν διανοούμενο και σοφό αυτής της χώρας, τον έξοχο συγγραφέα, τον έξοχο άνθρωπο (όποιος πιστεύει ό,τι αυτά πηγαίνουν χωριστά δεν ξέρει τι του γίνεται), αλλά μου συμβαίνει όπως με τα ποιήματα. Ένα ποίημα σου βγαίνει σ’ ένα βράδυ, κι ένα άλλο σε δέκα χρόνια. Υπάρχουν σημειώσεις, μα δεν βρέθηκε το κέντρο εκείνο που θα τις συγκεντρώσει για να μου δώσουν, ένα κείμενο αντάξιο της σφαιρικής και πολυάχτιδης οντότητας του Βαγγέλη Ραπτόπουλου.
Έτσι για την ώρα έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω ξανά και ξανά κάθε του βιβλίο. Το καθένα του είναι και το καλύτερο. Κι ακόμα τις συναντήσεις μας, συνήθως σε κάποια καφετέρια του Θησείου, όπου βρίσκουμε το κοσμοπολίτικο εκείνο κλίμα που μας ταιριάζει. Όπου αόρατοι μεν αλλά παρόντες βρίσκονται μαζί μας ο Θησέας, ο Ηρόδοτος, ο Λουκιανός, ο Ηράκλειτος, ο Ησίοδος, η Σαπφώ, ο Ελύτης, ο Ομάρ Χαγιάμ, ο Καβάφης, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Χέμιν Γουέη, ο Κίνγκ… και δεν έχει τέλος ο κατάλογος των εραστών της ζωής και του λόγου της. Αφού τι σημασία έχει μια συνάντηση όταν αυτή δεν γίνεται κέντρο του κόσμου και βαθύτερα το ραντεβού όλων των «θνητών αθάνατων» ή των «αθάνατων θνητών» που έδωσαν εκεί ραντεβού για να συνομιλήσουν με το στόμα μας; Ω ναι και να συμμετάσχουν στο πάθος μας για τη λογοτεχνία, στην ανησυχία μας για την κακοποιημένη δικαιοσύνη παντού στον κόσμο, στην απελπιστική διαπίστωση για την ολοένα εξαπλούμενη βαρβαρότητα, στα πιο φρέσκα εκρηκτικά συμβάντα, στα πιο εκλεκτά ανέκδοτα του τελευταίου καιρού, στο ανεξάντλητο κέφι μας και στο γέλιο μας, διακοπτόμενο ενίοτε απότομα, από μια θηλυκή θεότητα που περνά δίπλα μας και μας αφήνει άναυδους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ :

Δεύτερο μέρος των Ειδήσεων:

Έλαβε τέλος από χτες, αυτό που οι θεοί (μα και μερικοί άνθρωποι ευαίσθητοι με την ομορφιά και την ασχήμια) αποκαλούσαν «απέραντο σκουπιδότοπο». Ξαφνικά οι νόες των ανθρώπων της εξουσίας (μ’ αιτία που θ’ αποκαλύψουμε σε προσεχή ανακοίνωσή μας) κατέστησαν διάτρητοι σαν κόσκινα. Τα σκύβαλα έπεσαν και το ανθρώπινο επίπεδο κράτησε το καθαρό χρυσάφι της σκέψης, το αβαρές φως που περιίπταται των τρυπών. Οι δήμαρχοι, οι νομάρχες, οι υπουργοί, οι υπηρεσίες είδαν με φρίκη όσα μέχρις εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπαν όσο κι αν τους τα έδειχνες, όσο και αν περνούσαν δίπλα τους. Μέσα σε μια μέρα, μέσα σε μια νύχτα, διορίστηκαν σκουπιδοσυλλέκτες εκτάκτου ανάγκης. Και οι σκουπιδοσυλλέκτες αυτοί άρχισαν να μαζεύουν από τις άκρες των δρόμων, από τα χαντάκια των δρόμων, τα πλαστικά μπουκάλια, τα πλαστικά ποτήρια του νεσκαφέ, τα πλαστικά καλαμάκια, τις πλαστικές σακούλες, τα κουτιά αναψυκτικών, τα προφυλαχτικά, τις μάσκες, τις περούκες, τα σκοτωμένα ζώα, τα σκοτωμένα παιδιά, τους σκοτωμένους γέρους, τ’ άδεια κουτιά τσιγάρων, τις σύριγγες. Οι άκρες των δρόμων έδειξαν πάλι την ιαματική τους όψη. Άνθη, χορτάρια και νερά απέμειναν εκεί. Συνάμα δε οι αρχές συνέταξαν αυστηρότατους νόμους που τους έθεσαν πάραυτα σε εφαρμογή. Νομαρχιακές και δημοτικές υπηρεσίες, (ένα είδος αστυνομίας με πολιτικά, χωρίς διακριτικά στ’ αυτοκίνητα τους, έχοντας όμως ειδικές ταυτότητες) περιπολούν στους δρόμους και καταγράφουν τους αριθμούς από τ’ αυτοκίνητα των παραβατών που ρίχνουν από τα παράθυρα των οχημάτων τους έστω και το παραμικρό σκουπιδάκι. Σ’ ένα μόλις χιλιόμετρο μετά την παράβαση, οι παραβάτες ακινητοποιούνται και υποχρεώνονται να πληρώσουν το πρόστιμο των χιλίων ευρώ.

Όμως οι αρχές δεν σταμάτησαν μόνο σ’ αυτό. Διόρισαν ερευνητές. Το ευεργέτημα επεκτάθηκε σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας. Όσοι αδειάζουν μπάζα και σκουπίδια όπου λάχει, μετά από έρευνες (όπως συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια σε άλλα κράτη), συλλαμβάνονται και πέραν του προστίμου που ανέρχεται στα δέκα χιλιάδες ευρώ, υποχρεώνονται να συλλέξουν οι ίδιοι τα μπάζα και να τα μεταφέρουν σε τόπο κατάλληλο και καθοριζόμενο από τις αρχές.

Τα καπνά «βιρτζίνια» απαγορεύτηκαν ως η πλέον καταστροφική για το περιβάλλον και τον άνθρωπο καλλιέργεια. Αποζημιώσεις δόθηκαν στους καπνοπαραγωγούς και οι πωλητές των φούρνων υποχρεώθηκαν να ξαναγοράσουν τους φούρνους που πώλησαν στους αγρότες, όχι από διάθεση εκδίκησης της πολιτείας, αλλά γιατί συνειδητά οι άνθρωποι αυτοί, μεθυσμένοι από το πάθος της κερδοσκοπίας και του πλουτισμού, έγιναν η αιτία να δηλητηριαστεί η γη των αγροτών, να δηλητηριαστούν τα νερά, η χλωρίδα και η πανίδα των περιοχών αυτών, οι ίδιοι οι αγρότες και όσοι γειτονεύουν μ’ αυτούς. Όσοι εμπλέκονται με την καλλιέργεια των καπνών βιρτζίνια στην Ελλάδα (καπνά απαγορευμένα σ’ άλλες χώρες) υπονόμευσαν συνειδητά τη ζωή και συνεργάστηκαν συνειδητά με το θάνατο.

Χρειάστηκε βεβαίως η βοήθεια του στρατού για να καθαριστεί η θάλασσα. Καθαρίστηκε ο βυθός από τα ριγμένα εκεί αντικείμενα. Όλοι οι αιγιαλοί καθαρίστηκαν από σκουπίδια κι ελήφθησαν για την διαρκή καθαρότητα τους, τα ίδια μέτρα που ελήφθησαν για τα σκουπίδια, σε πόλεις και σε χωριά, σε δρόμους και σε χωράφια, σε ρεματιές, σε βουνά και σε δάση. Απαγορεύτηκαν οι ιχθυοκαλλιέργειες. «Δεν χρειαζόμαστε το βρώμικο, ορμονούχο, φτηνό ψάρι των ιχθυοκαλλιεργειών» είπε ο φίλος μου Κώστας Π. «Έχουμε ήδη φτηνό ψάρι. Το πολυπληθέστερο ψάρι, η σαρδέλα, είναι το καλύτερο και συνάμα το φτηνότερο ψάρι».

Απαγορεύτηκε αυστηρά η ρίψη σε ρυάκια, ρέματα και ποταμούς, σκουπιδιών, ψόφιων ζώων, κάτουρων και σκατών. Όσοι δεν είχαν κατασκευάσει βόθρους κι έριχναν τα σκατά τους, τα κατουρά τους, τη λέρα του κορμιού τους και τη λέπρα της ψυχής τους, στις ρεματιές, για να φτάσουν στις λίμνες και να γίνουν πόσιμος θάνατος, υποχρεώθηκαν εντός δέκα ημερών να κατασκευάσουν βόθρους.

Είναι εκπληκτικό, είναι έξοχο, λέει ο ανταποκριτής μας, το πώς μιλούν πλέον οι άνθρωποι των αρχών: «Είναι σα να ξυπνήσαμε από βαθύ ύπνο», είπε κάποιος υπουργός. «Σα να εγκαταλείψαμε το χοιρομάντρι της ηλιθιότητας», έλεγε ένας άλλος, υπονοώντας το χοιρομάντρι της Κίρκης αλλά και στίχους του Τόμας Στερνς Έλιοτ. «Είμασταν φονιάδες και δεν το ξέραμε» ομολόγησε ο Υπουργός Γεωργίας. «Και τι περίεργο» συνέχισε ο Υπουργός Περιβάλλοντος «δεν μας το έλεγε κανείς. Είχαμε φτάσει στα όρια της εσχάτης προδοσίας και δεν μας το έλεγε κανείς». Όλοι «κύριε υπουργέ και κύριε υπουργέ και τις συνηθισμένες γεμάτες δουλοπρέπεια ερωτήσεις». Κανείς να μας πει την αλήθεια «Ε, είστε φονιάδες και δεν το ξέρετε». «Και γιατί αυτό;» συνέχισε άλλος «γιατί αν δεν έχεις μυαλό, δεν βλέπεις ούτε την ασχήμια ούτε την ομορφιά. Με το μυαλό βλέπεις, με το μυαλό ακούς, με το μυαλό συχαίνεσαι, με το μυαλό ενοχλείσαι, με το μυαλό ευχαριστιέσαι. Και είναι το μυαλό που σε σπρώχνει στην παρρησία, στην μεγαλύτερη αρετή κατά τον Διογένη τον Κυνικό».

Κι ένα ακόμα μέτρο κυρίες και κύριοι, μικρά παιδιά και σκυλάκια του καναπέ: Όσοι κατέχουν φαγάδικα, ταβέρνες, καφενεία, κέντρα διασκέδασης, θα κάνουν ειδικά εκπαιδευτικά μαθήματα και θα δίνουν στο τέλος της εκπαίδευσης εξετάσεις στο μάθημα της έκθεσης, την οποία θα βαθμολογούν οι σημαντικότεροι ψυχολόγοι του πλανήτη. Από την έκθεση και τα διάφορα τεστ θα βγαίνει το συμπέρασμα αν κάποιος πρέπει ή όχι να έχει άδεια για φαγάδικο, καφενείο ή κάποιο κέντρο ψυχαγωγίας. Άνθρωποι που έχουν ροπή προς την αισχροκέρδεια, τη νοθεία, τα πολλά ντεσιμπέλ, τα σκυλέ «τραγούδια», δεν θα μπορούν ν’ αποχτούν πλέον άδεια ή αν την έχουν θα την χάνουν. Τα τεστ περιέχουν σοφά κατασκευασμένες «παγίδες». Ήδη στις πρώτες εξετάσεις κόπηκαν όλοι εκείνοι που ήθελαν άδεια για παραθαλάσσια καφενεία. Στην ερώτηση «τι μουσική θα βάζετε στο καφενείο που θέλετε ν’ αποχτήσετε κοντά στη θάλασσα», την πάτησαν όλοι. Διότι ενώ είχαν πληροφορηθεί για τα «σκυλέ» και τα κατηγόρησαν για να καλοπιάσουν τους εξεταστές, μη όντας άνθρωποι κατάλληλοι γι’ αυτό το λειτούργημα, κανείς τους δεν έδωσε τη σωστή απάντηση που είναι «καμμιά μουσική κοντά στη θάλασσα, αφού κάνω το καφενείο εκεί για να απολαμβάνει ο πελάτης μαζί με τον καφέ του και τη μουσική της θάλασσας». Κάποιος μάλιστα έγραψε «Μπαχ». «Ακόμα και ο Μπαχ» σημείωσαν οι εξεταστές «είναι μια μουτζούρα, ένας ενοχλητικός θόρυβος, για εκείνον που έχει μυαλό κι απολαμβάνει τη μουσική της θάλασσας».

_____________

Σημ.΅Ένα κείμενο του Γιάννη Υφαντή δημοσιευμένο το 2004 στην τοπική εφημερίδα ΠΟΛΙΤΕΙΑ Αιτωλών και Ακαρνάνων κι ακόμη δημοσιευμένο το 2009 στο πανελλήνιας εμβέλειας περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ