Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΑΧ ΙΟΥΝΙΟΥ 2011




       ΘEPINO HΛIOΣTAΣI

(Σημειώσεις):


Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά
κι από την άλλη το νέο φεγγάρι
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.
               Αναμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας
κατακλυσμό της ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια
καλπάζουν.και.ιδρώνουν                                
πάνω σε σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί.
Και τούτη η γυναίκα
που την είδες όμορφη μια στιγμή
λυγίζει δεν αντέχει πια
γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες
και γίνουνται άστρα.

Παραμονή της μακρύτερης μέρας.

 (Γ. Σεφέρης)


1
           
            Θερινό Hλιοστάσιο: Aποτελεί την κορύφωση του έρωτα ανάμεσα στον Ουρανό και στη Γη· όργανά τους ερωτικά, είναι ο Ήλιος και η Θάλασσα.

Όμως γιατί, η ημερομηνία (που είναι καθ’ όλα ερωτική), έχει να κάνει με τη μαντική γύρω από τον έρωτα;
Ίσως γιατί ο Ήλιος όλα τα βλέπει. Ίσως γιατί ο Ήλιος είναι ο μάντης θεός Aπόλλων.

Kι ο κλήδονας; Tι θα πει «κλήδων»; Ίσως προέρχεται από το καλώ, προς-κληση ονομάτων, ανάμεσα στα οποία υπάρχει κι αυτό του μελλοντικού αγαπημένου.
Ίσως όμως κι από το «κλέος», τη δόξα του Ήλιου και της Θάλασσας, που σμίγοντας, αποτελούν την αιωνιότητα. Ρεμπώ:

Βρέθηκε η
Αιωνιότητα.
Είναι το σμίξιμο του Ήλιου και της θάλασσας.  

                        2

Kαι βέβαια ποιο ρόλο παίζει το φύλλο της συκιάς; Eίναι αυτό που καλύπτει και αποκαλύπτει τους ερωτικούς τόπους;

            «…Όταν το σούρουπο του κόσμου κούρνιαζε κάτω απ’ τα φύλλα της συκιάς
κι έβγαινε η πεταλούδα του βραδιού με τις σφραγίδες από έκλειψη ήλιου στα φτερά
 της…».

«Σούρουπο του κόσμου»; Πόσα επίπεδα μπορεί να έχει ένας στίχος;
Σούρουπο πραγματικό, αφού κάτω από τα πυκνά κλωνάρια και τα μεγάλα φύλλα της συκιάς ακόμη και το καταμεσήμερο είναι σκοτεινά.
Σούρουπο του κορμιού, στην ήβη του, την οποία οι πρωτόπλαστοι σκεπάζουν με φύλλα συκιάς.
            Σούρουπο του κόσμου, καθώς μετά την πτώση του ανθρώπου από τον παράδεισο, ο κόσμος σκοτεινιάζει.

                        3
           
Kαι το λουλούδι του γαϊδουράγκαθου; Που ανθίζει τις μέρες αυτές. Με το μωβ- ροζ απαλότατο χνούδι του αλωνιού του, περιφραγμένο από τον κυκλικό φράχτη των αγκαθιών.


            4

Kαι το κοίταγμα του Ήλιου μες από ένα μαύρο πανί;
Ο Απόλλων, που έχει έμβλημά του το κοράκι (και τον λύκο); Ή μήπως, η μέσω του μαύρου πανιού αστεροποίηση του Ήλιου; Ή μήπως η δυνατότητα να κοιταχτεί ο Ήλιος που τα πάντα φωτίζει και που συνάμα τυφλώνει; (Μα όλοι οι μάντεις της αρχαιότητας, όλοι οι τραγουδιστές, είναι τυφλοί).







            5
Kαι η γυμνή γυναίκα μπρος στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα;

Kαι η κόρη ανάμεσα στον καθρέφτη του πηγαδιού και στον καθρέφτη που κρατά η ίδια, σκεπασμένη μ’ ένα κόκκινο πανί, ενώ ο Ήλιος έχει ανέβει μιαν οργιά στον ορίζοντα;

            (O καθρέφτης· μαγικό αντικείμενο, μαντικό, μυητικό· από γυαλί, από νερό· από κενό· από σιωπή. Πύλη αυτογνωσίας, δεύτερης παρουσίας, αυτοθέασης, θέωσης).

            
                      6

            Kαι το πήδημα πάνω απ’ τη φωτιά;
Ίσως να συμβολίζει την κυριαρχία πάνω στο ατομικό πνεύμα (φλόγα-ψυχή), που είναι κατά βάθος κομμάτι του Ήλιου, αφού από εκείνον ήρθαμε κάποτε όλοι, και σ’ εκείνον θα επιστρέψουμε κάποτε όλοι.

            Kι αγάλια με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι
            πέτρες, φωτιά, νερό και χώματα, θα γίνουν όλα πνέμα·
            κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή, γλυκά θα ξεκορμίσει
            και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο.

                                                            Nίκος Kαζαντζάκης

           
                        7

Tο Θερινό Hλιοστάσι αγαπήθηκε πολύ απ’ όλους τους λαούς του κόσμου. Για τους βόρειους λαούς που θεοποίησαν ότι περισσότερο τους λείπει, τον Ήλιο, το Θερινό Ηλιοστάσιο είναι η μεγαλύτερη γιορτή του έτους. Για τους αρχαίους Αιγυπτίους ήταν η πρώτη μέρα της χρονιάς.       

8

            Tο Θερινό Hλιοστάσιο θα το βρείτε πολύ στους ποιητές μας. Tη λέξη «κλήδων», το γυμνό σώμα μπρος στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα, το χορό γύρω από το πηγάδι, θα τα βρείτε στον Σολωμό, στον Γκάτσο, στον Σεφέρη πολύ συχνά. H λατρεία του Ήλιου εκ μέρους του Eλύτη είναι γνωστή. "Όταν συχνά μιλώ για τον ήλιο, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μπερδεύεται στόμα μου". H λατρεία του Kαζαντζάκη ακόμα περισσότερο γνωστή. O Kαζαντζάκης ξεκινάει την Oδύσσειά του μ’ έναν ύμνο, μια επίκληση προς τον Ήλιο. Όλη η Oδύσσεια του Kαζαντζάκη άλλο δεν είναι παρά η ζωή του Ήλιου αποδοσμένη με λέξεις.

            Ήλιε μεγάλε ανατολίτη μου χρουσό σκουφί του νου μου
αρέσει μου στραβά να σε φορώ πεθύμησα να παίξω…

                        10
           
Tο Θερινό Hλιοστάσιο είναι η πύλη της εισόδου του ανθρώπου προς το θείον δια του έρωτος, ο οποίος στο υψηλότερο επίπεδό του αποτελεί για τον άνθρωπο τη θέωση, το πλήρες, το ΠΛΗΡΩΜΑ.

Αντιθέτως το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι η είσοδος των θεών στην ανθρωπότητα μέσω του θανάτου. «Ήταν μια γέννηση ή μήπως ένας θάνατος;», λέει ο Έλιοτ (για τη γέννηση του Χριστού) στο ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ.
Πεθαίνουν ως θεοί και γίνονται άνθρωποι, από μια δίψα να ζήσουν μέσα στην ενανθρώπιση, αυτά που ως θεοί τους είναι αδύνατο να ζήσουν. Στο κινηματογραφικό έργο του Βιμ Βέντερς "Στα φτερά του έρωτα», υπάρχουν οι άγγελοι και η ανθρωπότητα….Και οι άγγελοι, ένας-ένας, όταν μεταπηδούν στην ανθρώπινη διάσταση, με τι ασυγκράτητη λαχτάρα ρίχνονται στις μικρές και μεγάλες ανθρώπινες απολαύσεις που ως άγγελοι τους είναι αδύνατο να προσεγγίσουν! Για τον Βιμ Βέντερς, όλοι οι μεγάλοι ποιητές, όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, είναι πρώην άγγελοι, που εθελουσίως μπήκαν στην ανθρώπινη διάσταση. Γι’ αυτό άλλωστε, παντού σχεδόν και πάντα καταδιώκονται από τους γηγενείς, αφού οι γηγενείς με τον στενό ορίζοντα γνώσεων και εμπειριών αδυνατούν ν’ αποδεχτούν, να κατανοήσουν, πράξεις όντων που συμπεριφέρονται έχοντας υπόψιν ένα συμπάντειο ορίζοντα γνώσεων και εμπειριών.


      11

Τα καλοκαίρια στις παραλίες τα γυμνά ανθρώπινα όντα, μοιάζουν σπερματοζωάρια του Ήλιου χυμένα στη Θάλασσα και στ’ αμμουδερά χείλη της. Κι όλο αυτό που γίνεται το καλοκαίρι με τους ανθρώπους στη Θάλασσα, κάτω από τον Ήλιο, (μέσα στον ήλιο) είτε το συνειδητοποιούν οι άνθρωποι είτε όχι, καθώς γδύνονται τα ρούχα της προπατορικής ντροπής, για να φορέσουν την Θάλασσα, καθώς γδύνονται τη Θάλασσα για να φορέσουν το φως του Ήλιου, είναι μια υψίστης ιερότητας τελετουργία, που επαναφέρει για λίγο ή πολύ τον άνθρωπο στην πρωταρχική του παραδείσια φύση ή σ’ αυτό που ο Ιερώνυμος Μπος θα ονόμαζε «ο Κήπος των απολαύσεων». Μα κυρίως, είναι για λίγο η πολύ, η επιστροφή του ανθρώπου στην πρωταρχική του παγανιστική παραδείσια κατάσταση (παγά-πηγή-ύδωρ, τόπος αρδεύσιμος, απ’ όπου και η λέξη παράδεισος).



                        12


         Tο Θερινό Hλιοστάσιο συνδέθηκε με τα Nησιά των Mακάρων όπου ταξίδεψε ο Mεγαλέξανδρος· με το Mεγάλο Mεσημέρι του Nίτσε· με τον Μπαλντούρ της Αρχαίας Έδδας κάτω από το Δέντρο της Αθανασίας· με το Vermilion Noon· με τον Παράδεισο που γύρεψε ο Γκωγκέν στην Aϊτή· με τον παράδεισο που γύρεψε ο Ρεμπό στην Πάρο, στην Κύπρο, στο Χαράρε της Αβυσσηνίας…Με τις μουριές και τα παραδείσια φρούτα τους, σ’ έναν παραθαλάσσιο περιβόλι της Xαλκιδικής, έξω από τη Λαγόμανδρα, κοντά στον Παράδεισο της Σιθωνίας, 21 Iουνίου, μεσημέρι:

           
DER GROSSE MITTAG

          (Αγνώστου)

Και ήμασταν εκεί το σούρουπο.
Χρόνια και χρόνια ανηφορίζαμε από
τα χαμηλά
μες απ’ το κρύο σκοτάδι ανηφορίζαμε
και φτάσαμε στο σούρουπο το σούρουπο.
Φτάσαμε τάχα ή μήπως από πάντα
βρισκόμασταν εκεί; Κανείς δεν ήξερε.
Κ’ είχαν οι άλλοι ανάψει τις φωτιές.
Σκηνές, προβιές, τροχοί, καπνός·
θόρυβος και μαζί σιγή. Υποζωή.
«Απλώς για να περάσει η βραδιά».
«Ένας προσωρινός καταυλισμός»
με μια προσωρινότητα αιώνων.

Κ’ είχαν οι άλλοι σκαρφαλώσει στις πλαγιές
του ανοιχτού βιβλίου, πιασμένοι
από τα γράμματα κ’ οι άγγελοι
σ’ έναν εξώστη-λέξη να στολίζουν τον μονόκερω και πάνω
πίσω απ’ το βιβλίο οι φτασμένοι
στο οροπέδιο των Δώδεκα Καιρών.

Κι άκουσα τότε κάποιον να πουλά
κοκκόρια και ρολόγια. Μα ποιος ήταν;
Ένας συνηθισμένος γυρολόγος μ’ όλο που
πρώτη φορά περνούσε γυρολόγος απ’ τα μέρη μας.
Κι άξαφνα ενώ έλεγε «κοκκόρια» και «ρολόγια», πρόσεξα
δεν έλεγε «κοκκόρια» και «ρολόγια» παρά έλεγε «er kommt
έφτασε το Μεγάλο Μεσημέρι, er ist nahe». Γύρω οι άλλοι
σάμπως ακόμα ν’ άκουγαν «κοκκόρια» και «ρολόγια» συνεχίζαν
καθένας τη δουλειά του· μόνο αυτός
πρόσεξε που ταράχτηκα. Και πράγματι
κάπως ταράχτηκα, γιατί
θυμήθηκα που έφτασα πριν λίγο
με τη YAMAHA μου στον ίσκιο της μουριάς
21 Ιουνίου, μεσημέρι.



Λέω για τις μουριές (όχι εκείνες με τα χοντρά, τα τριχωτά και μεγάλα σαν αντίχειρας ανδρός, μούρα, "των βουνήσιων", απ' όπου βγαίνει το ποτό μούρο), αλλά οι άλλες που ξέρετε και που τις λέμε συκομουριές, συκαμινέες ή συκαμινιές.
            Λοιπόν, οι μουριές αυτές τις μέρες έχουν τα ευωδιαστά και κατάγλυκα φρούτα τους, τα μούρα, συκόμουρα ή συκάμινα. Λέω φρούτα κι όχι καρπούς γιατί το ελληνικότατο "καρπός", είναι σκληρό για μερικά τρυφερά δενδροεδέσματα, χωρίς φλοιό, χωρίς καν σκληρό φλοιό (τσόφλοιο). Eνώ εκεί που για να φτάσεις στο βρώσιμο, πρέπει να περάσεις από το κράκ του τσόφλοιου που τσακίζεις, εκεί ταιριάζει απόλυτα η λέξη "καρπός". Kαι βέβαια για τις σημασίες του "κ" στην ελληνική, θα βρείτε οι μερακλήδες με τη γλώσσα, πολλά θαυμάσια, στο βιβλίο "Eλληνική γλώσσα" (ή κάτι τέτοιο), του αρεοπαγίτη Nικολάου Tζένου. Nα που οι καλύτεροι γλωσσολόγοι μας, είναι ερασι-τέχνες, που σπούδασαν άλλες επιστήμες. O Bαρδιάμπασης λ.χ. είναι γιατρός και ο Tζένος δικαστικός.        
            Eίπα για τις μουριές που τις θέλετε πια μόνο για τη σκιά τους, πλατύφυλλες και άκαρπες (ευνουχισμένες). Kαι τις μισείτε όταν είναι καρπερές, διότι λερώνουν την αυλή σας  και συγκεντρώνουν μέλισσες και σφήκες, μύγες, ψαλίδες, μυρμήγκια, πουλιά, πεταλούδες, χρυσόμυγες, πασχαλίτσες, κριάρια και τραγιά, ασβούς και άλλα χτήνη που μόλις φάνε καλά αρχίζουν να χτηνοβατούν και να συνουσιάζονται αναιδέστατα μπρος στα μάτια σας... Εκεί κι ένα ζευγάρι δεινοσαύρων (ξέφυγαν από την τηλεόραση) και να μην έχουν μια σταλιά ντροπή· ο αρσενικός σα νά 'ναι κόκκορας, εκεί, κάθε λίγο, να βατεύει τη γκόμενά του τη δεινοσαυρίνα, μουγγρίζοντας σαν μπουρού υπεροκεάνειου.
.          
            Kι ανοίγω τον KHΠO THΣ ΠOIHΣHΣ, και διαβάζω ποίημα των Aιγυπτίων, γραμμένο εδώ και 4.000 χρόνια, για τη συκομουριά:

            Eίναι η μικρή συκομουριά που φύτεψες
            μ' αυτά τα ίδια σου τα χέρια. Nα την
            θέλει να σου μιλήσει και το στόμα της κουνά.
            Eρωτικά που είναι τα κλωνάρια της, ερωτικά,
            καθώς κινούνται και σου ψιθυρίζουν
            λόγια κι από το μέλι πιο γλυκά.
           
            Λυγίζουν τα κλωνάρια φορτωμένα
            με τα σαρκώδη φρούτα της πιο κόκκινα
            κι από τον αιματόχρωμο τον ίασπι.
            Tα φύλλα της σαν από μαλαχίτη
            απλώνονται σε σένα μακριά
            που πια δεν στέκεις στην ευφρόσυνη σκιά:
            Mείνε μια μέρα,
            μονάχα για μια μέρα της χαράς μείνε κοντά μου
            κι αύριο και μεθαύριο
            τρεις μέρες μείνε στη σκιά μου....

            Nαι η συκομουριά, το ιερό δέντρο των Aιγυπτίων. Mε τα γλυκύτατα ευωδιαστά συκόμουρα. Kάθε χρώμα και είδος με τη δική του ευωδιά και γλύκα. Που όμως οι Έλληνες τελευταία δεν τα τρώνε, όπως δεν τρώνε πια τα σύκα, τα μόνα φρούτα που γίνονται χωρίς παρέμβαση γεωπόνων και καλλιεργητών, χωρίς ενίσχυση φυτοφαρμάκων κι άλλων ύποπτων λιπαντικών.
            Mα εγώ τα χαίρομαι τόσο πολύ. Σκέτα, είτε με φρέσκο γάλα. Σκέτα ή με ψωμί. Mε τα συκόμουρα καταλαβαίνεις τι μπορεί να είναι η αμβροσία. Kαι αν τα στείψω, ο χυμός τους, νέκταρ.
            Eίμαι ανεβασμένος στη σκάλα, ολόγυμνος, και τρώγω από το δέντρο της αθανασίας. Xτυπάει το τηλέφωνο. Κατεβαίνω, το παίρνω: "Tι φκιάνεις;" "Eίμαι ανεβασμένος στη σκάλα .... στο κορμί της μουριάς. Δαγκώνω τις πιο γλυκές ρώγες που δοκίμασα στη ζωή μου". "Πάλι έρωτα; M' ένα δέντρο;" "Φταίω εγώ που ο κόσμος είναι τόσο ερωτικός; Δεν ζούμε δα με προσευχές. Σκέψου καλύτερα: Mε το σπέρμα, το χυμό και τη σάρκα των όντων ζούμε".


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Παράδεισος· μια λέξη περσική; Σημαίνει κήπος·
η πρώτη αθωότητα· ο χώρος
της ευλογίας· ένα πράσινο νησί·
ροδόκηπος· Ηλύσια Πεδία· ένας χώρος
όπου ο χρόνος σταματά· ο Μέγας Χρόνος·
ένωση· ένας τόπος
όπου οι άνθρωποι τα ζώα κ’ οι θεοί
μιλούν την ίδια γλώσσα· ένα νησί
με άνθη και πουλιά, νερά που τρέχουν·
Ελντοράντο (Έλντερ Έντα)· η Χρυσή Εποχή.


Κλείνω βιβλία και πόρτες. Προχωρώ.
Κορμιά από νερό που χτίζουνε την πύλη του ουράνιου τόξου.
Φτάνει ο πολυόμματος τΑΩς και τον ρωτώ:
«Έφτασα στο Μεγάλο Μεσημέρι; Είναι κοντά
η Κατοικία του Τραγουδιού; Είναι κοντά
ο Μαγικός μου Πρώτος Κόσμος, ο Παράδεισος;»





ΜΝΗΜΗ 2 

Πότε σε πρωτοείδα ω χρυσόμαλλη δορά;
Παιδί ακόμα κ’ ήμουνα στο Πήλιο
κι έβλεπα με την κόγχη μιας σπηλιάς θαλασσινής κ’ ήταν η θάλασσα
σγουρή κάτω απ’ τον Ήλιο και ο Ήλιος
έλειωνε πάνω της κ’ η λάμψη
έμπαινε ως το βάθος της σπηλιάς κι εγώ σα σπέρμα
σάλευα μέσα στη σπηλιά ενώ το κύμα
επαναλάμβανε τα λόγια του χρησμού: «Θα μυηθείς
στη Σαλασσίη, στη Σαλίη, στην Αλίη».



LANTICHISSIMA LUCE

 «...λίγο πριν σβήσει το πανάρχαιο φως».
Πιερ Πάολο Παζολίνι

Δε γνώρισα τον βασιλιά του κοπαδιού, τον γιο του Ήλιου.
Μονάχα τη δορά του είδα μια φορά στο αρχαίο δέντρο κρεμασμένη ενώ
            το απόβραδο
τυλίγονταν στη ρίζα του δεντρού σαν ένας δράκος.
Ω των αρχαίων ιερή φυλή, ω φως.
Πρόλαβα το πανάρχαιο φως· το ανάσανα.
Καβάλησα το άλογο γυμνός κάτω απ’ τα δέντρα της Μεγάλης Μέρας·
έφαγα μούρα, ήπια γάλα· χόρεψα·
έπαιξα με τον ήσυχο, το σβέλτο, το σγουρό, τον τρομερό
πρίγκιπα των προβάτων μας. Και να!
Στέρεψαν όλα τα ποτάμια, έχουν φύγει
κατά τη θάλασσα, και πίσω
μένουν τα όστρακά τους τα βουνά-
να κατοικούνται από Κύκλωπες και ήλιους.


ΑΠΟ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΩΝ

            (Φρίντριχ Νίτσε)

Ω καλοκαίρι της ζωής, κρίσιμη ώρα·
ω κήπε του καλοκαιριού, ευδαιμονία
ανήσυχη φωλιάζει στις παγίδες,
στην απραξία, περιμένοντας.
Πανέτοιμος τους φίλους περιμένω μέρα νύχτα.
Που είσαστε λοιπόν; Σπεύσατε, φίλοι.
Έχει πια φτάσει η στιγμή, έφτασε η ώρα.
Μήπως δεν ντύθηκε για σας, μόνο για σας απόψε
στα χρυσοπόρφυρα ο γκρίζος παγετώνας;
Μα είν’ εσάς που ψάχνει νά ’βρει τ’ ολοκάθαρο ρυάκι.
Και είναι για σας, για να μπορέσουνε εσάς να αγναντέψουν καθώς
            θά ’ρχεστε,
που ανέβηκαν στα ύψη τ’ ουρανού σύννεφα κι άνεμοι.
Κατάψηλα έχω στρώσει το τραπέζι μου για χάρη σας.
Ποιος άλλος κατοικεί τόσο κοντά στα άστρα;
τόσο κοντά στα σκιερά τα βάθη της αβύσσου;
Ποιανού βασίλειο πιο πλατύ είναι απ’ το δικό μου;
Και ποιος, μα πέστε μου, άλλος ποιος, έχει γευτεί ποτέ του
μέλι γλυκύτερο απ’ αυτό που εγώ εδώ κατέχω;
Μα να, ώ φίλοι. Αλλίμονο.
Δεν είμαι αυτός που ήμουν;
Αυτός που περιμένατε να βρείτε;
Μην πικραίνεστε.
Τόσο πολύ λοιπόν σε με, έχουν τα πάντ’ αλλάξει;
Μορφή και χέρια και παράστημα και ύφος;
Έχασα πια οριστικά τον ίδιο εαυτό μου;
Μήπως αλήθεια έχω γίνει κάποιος άλλος,
ξένος του εαυτού μου και δραπέτης του;
Κάποιος που αφέθηκε συχνά να τον νικήσουν
—μ’ όλο που ’χε τη δύναμη— οι ίδιες του οι νίκες;
Μήπως δεν έψαξα στις πιο ανεμόδαρτες μεριές;
Μήπως δεν έχω κατοικήσει εκεί που άλλος
κανείς δε σκέφτηκε ποτέ να κατοικήσει;
Μήπως δεν έζησα στις ερημιές των άρκτων
ξεχνώντας και ανθρώπους και θεό,
ξεχνώντας προσευχές είτε βλαστήμιες;
Μήπως δεν έγινα ένα φάντασμα υγρό
σαν ερπετό εδώ των παγετώνων;
—Παλιοί μου φίλοι, πως εγίνανε οι όψεις σας
όλο συμπάθεια και συγκίνηση και ρίγος;

Πηγαίνετε και αφήστε με. Εσείς
δε θα μπορούσατε να ζήσετε δω πέρα.

Σ’ αυτές εδώ τις ερημιές, βράχων και παγετώνων,
πρέπει κανείς να είναι κυνηγός,
πρέπει πολύ να μοιάσει με τον αίγαγρο
για να μπορέσει εδώ να επιζήσει.
Μα εγώ κατάφερα να γίνω κυνηγός
και επιδέξιος μάλιστα. Κοιτάχτε
το τεντωμένο τόξο μου έτοιμο για να ρίξει.
Μονάχα ο Παντοδύναμος μπορεί να ξαμολά
τέτοιες βολές όπως εγώ. Όμως αλλίμονο,
πόσο επικίνδυνη,
από το κάθε τι πιο επικίνδυνη
είναι αυτή μου η σαΐτα. Τρέξτε, φίλοι μου,
ζητήστε σωτηρία στη φυγή. Μου δείχνετε τις πλάτες;
Και μ’ όλα όσα τράβηξες, καρδιά, έχεις ελπίδα.
Άσε τις πόρτες ανοιχτές, για τους καινούργιους φίλους,
και απαρνήσου τους παλιούς, λησμόνησέ τους.
…………………………………………………………
Αυτοί δεν είναι φίλοι, μα φαντάσματα των φίλων.
Τη νύχτα συνεχίζουν να χτυπούν
έξω στην πόρτα, στην καρδιά ή στο παράθυρο
και να μου λένε με το βλέμμα καταπάνω μου
«Κι όμως, είμαστ’ εμείς». Φτωχά
φθαρμένα λόγια, φορτωμένα
από την ευωδιά κάποιου ροδώνα.
Μνήμη νοσταλγική μιας νιότης σκορπισμένης για χατίρι σας.
Εκείνοι που γι’ αυτούς εγώ αναστέναξα
θάρρεψαν πως γινήκαν σαν εμένα,
μα στην ουσία γέρασαν χωρίς ποτέ ν’ αλλάξουν,
μένοντας πάντα μακρινοί και ξένοι.
Μου μοιάζει μόνο εκείνος που μπορεί ν’ αλλάζει.

Ω μεσημέρι της ζωής, δεύτερη νιότη,
ω κήπε του καλοκαιριού. Ευδαιμονία
ανήσυχη φωλιάζει στις παγίδες
μες στην αδράνεια και στην αναμονή.
Πανέτοιμος τους φίλους περιμένω μέρα νύχτα.
Όμως τους φίλους τους καινούργιους. Σπεύσατε. Έφτασε η ώρα, έφτασε
η στιγμή.
Λόγια δεν έχει πια ετούτο το τραγούδι·
του πόθου η γλυκεία κραυγή στα χείλη μου έχει σβήσει
για πάντα, ναι, για πάντα
και η αιτία είναι ένας μάγος
πού ’φτασε στην πιο καίρια στιγμή.
Ο φίλος του μεσημεριού είν’ η αιτία
—μη μου ζητάτε να τον ονομάσω—
κ’ είναι το μεσημέρι που ο Ένας
σύντροφο ηύρε και γενήκαν Δυο.
Σίγουροι τώρα εμείς για την κοινή μας Νίκη,
την εορτή των εορτών πανηγυρίζουμε.
Ήρθε ο φίλος Ζαρατούστρα, ναι, ο Ξένος
των Ξένων, είν’ εδώ.
Χαμογελά ο κόσμος και η πτώση
της φοβερής αυλαίας τώρα φτάνει.
Η ώρα για το Γάμο του Φωτός με το Σκοτάδι έχει σημάνει.


***

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΔΔΑ

Έξω από την Ευρώπη της Ιστορίας, τη λατινική και χριστιανική Ευρώπη, υπάρχει μια άλλη Ευρώπη. Η Ευρώπη των σπηλαίων της Αλταμίρα και του Λασκώ· η Ευρώπη των Εσπερίδων· η Ευρώπη των Υπερβορείων και της Θούλης· ή Ευρώπη κάτω από την Άρκτο· η Ευρώπη των Δρυΐδων· η Ευρώπη του χιονιού και των νάνων· η Ευρώπη της μπύρας και των γιγάντων από πάγο· η Ευρώπη των ρουνικών των χαραγμένων πάνω σ’ ένα ξίφος ή σ’ ένα βράχο· η Ευρώπη με τις Βαλπούργιες νύχτες και τα ποτάμια της· η Ευρώπη της Μαύρης Παναγίας· η Ευρώπη του Ιερώνυμου Μπος και του Μπρέγκελ· η Ευρώπη που πεζοπορώντας γύρευε ο Ρεμπώ· η Ευρώπη του Εγκαντίν και του Νίτσε· η Ευρώπη του Μπέργκμαν... του Μπόρχες... του Σεφέρη:

...στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα
στάλες στην ακίνητη δεξαμενή...

Πού μπορεί να φτάνουν οι ρίζες ενός ποιήματος; Τόσο μακριά, όσο μακριά φτάνουν οι ρίζες από κάθε ζωντανό πλάσμα. Καταγόμαστε όλοι κι όλα από το Παντού κι απ’ το Πουθενά, από το Ποτέ κι απ’ το Πάντα.
Κάνει ζέστη. Κ’ είμαι σ’ ένα Παρίσι κάθε άλλο παρά της ομίχλης και του ψιλόβροχου. Ιούνιος μήνας στο ποτάμι. Στοιχειωμένα πέτρινα κεφάλια κερασφόρων ζώων κρατούν τις γέφυρες, υπομένοντας μέσα στη διάρκεια του νερού ή του καιρού αυτή την ξεχασμένη απ’ όλους θυσία. Η πράσινη δορά τους από κισσό απλωμένη στις όχθες. Κ’ ήταν εκεί πάνω απ’ τη γέφυρα Sully που κοίταζα και πάλι τη Νοτρ Νταμ. Και δεν είχε καμμιά σχέση με τη Νοτρ Νταμ των τουριστικών οδηγών, των βιβλίων και των ανθρώπων που βλέπουν μόνο εκείνο που τους δείχνουν. Σήκωνα για άλλη μια φορά το εξαίσιο, το τρομερό προνόμιο να βλέπω πράγματα που τάχατες είναι χιλιοειδωμένα, ενώ στην πραγματικότητα δεν τα είδε κανείς και ποτέ. Σήμερα κι από τούτο το σημείο η Νοτρ Νταμ, δεν ήταν καν αυτό που έβλεπα χτες από πιο κοντά, δεν ήταν καν τα γυάλινα λουλούδια και το σύμπλεγμα από σπερματοθήκες πέτρινων αγκαθιών και μονόκερων. Σήμερα η Νοτρ Νταμ, ήταν το Παλάτι της Αράχνης, στην όχθη του Καιρού, κοντά στις Γέφυρες. Και πίσω απλωνόταν ένα παμπάλαιο καλοκαίρι (ένα vermilion noon, του Βεελζεβούλ, του Ιησού ή του Οντίν) κι αυτό το καλοκαίρι πεζοπορώντας το διέσχιζε κάποιος πολύ γνωστός και συνάμα εντελώς άγνωστος, κάποιος που ερχόταν από πολύ μακριά, κάποιος που είχε βρει την πηγή του προσώπου του, κάτω απ’ τη φυλλωσιά της Υγκντρασίλ, εκεί όπου οι Νόρνες υφαίνουν τις ζωές των ανθρώπων.

«Νέος και ξένος σε ταξίδι μακρυνό…»



 Κ’ ήτανε τότε που συνάντησα την Αρχαία Έδδα. THE ELDER EDDA είναι ο τίτλος της αγγλικής έκδοσης. Ένα εξώφυλλο μαγική πόρτα. Και τα γράμματα του τίτλου μαύρα και μεγάλα σαν τις πέτρες του Στόουνχετζ.
Ανοίγω τη μαγική πόρτα. Σα να τα ξέρω από πάντα όλα τούτα: «Τα λόγια του Ύψιστου», «Τα λόγια της Πανσοφίας», «Τα όνειρα του Μπαλντούρ», «Το Τραγούδι της Σίβυλλας». Γρήγορα λοιπόν η απόχτηση, μ’ οποιονδήποτε τρόπο, με αγορά ή με κλέψιμο, δεν έχει σημασία. Όλα «τα αγιάζει η λαχτάρα». Και σου ξεφεύγει κάποτε η αλαζονική φράση: «Μα το βιβλίο αυτό έγινε για μένα· όλους αυτούς τους χρησιμοποίησε για να φτάσει σε μένα». Και το βιβλίο αποχτιέται. Και μεταφράζεις στην αρχή για σένα κ’ ύστερα για τους φίλους και τέλος για όλους, ώσπου ανακαλύπτεις ότι μέσω της γοητείας του το βιβλίο αυτό κι εσένα σε χρησιμοποίησε. Γιατί αλλίμονο, όλοι κι όλα σ’ αυτόν τον κόσμο είμαστε συνάμα σκοπός και μέσο.













         



ΔΕΚΑΕΦΤΑ  ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ*
(παραλλαγές πάνω στο αιώνιο θέμα)

Αητός καθόταν κι έκλαιγε πάνω σε δυο λιθάρια
που τη φωλιά του φράζουνε τα δυο σου τα ποδάρια.

Έτη φωτός ταξίδευε να φτάσει ως εμένα
το βλέμμα σου ν’ ανταμωθεί με το δικό μου βλέμμα.

Η παπαρούνα πριν στη γη το σπόρο της σκορπίσει
τα πέταλά της φλογερά φιλιά θα της χαρίσει.

Κάμπε γαλάζιε που γοργά σ’ οργώνουνε καράβια
κι έχεις ανθό σου τον αφρό και για καρπούς σου ψάρια.

Όσοι την ομορφιά της Γης δεν πήρανε χαμπάρι
οικόπεδο γυρεύουνε να πάρουνε στον Άρη.

Το τζην και την κιλότα σου, όταν μαζί τα βγάζεις
πιο λεύτερα μες στη χαρά του παιχνιδιού με βάζεις.

Φίμωτρα να μην βάζετε στου έρωτα τα ζώα
λεύτερα στου παράδεισου αφήστε τα την πόα.

Από χυμό πλημμύρισε η αυλακιά της ήβης·
είναι που με τα μπούτια σου τ’ άνθος της σάρκας στύβεις.

Γαρύφαλλο στον εγκρεμό του σκοτεινού σου δάσου
να γλείψω θέλω τη γλυφή δροσιά στα πέταλά σου.

Άσε τη δίψα να γευτώ στο αλάτι του ανθού σου
κ’ ύστερα το ξεδίψασμα στα βάθη του  κορμιού σου.

Σαν τράγος που τον πόθο του τον κέντρισε η αρμύρα
να ξεδιψάσω επιθυμώ μες στη μουνοπλημμύρα.

Με τα ξανθά βαρέθηκα. Δίψασα για τα μαύρα:
Της Αλγερίας άνεμος και της Συρίας αύρα.

Μην τυραννάς τον άνδρα σου, άσ’τον συχνά να χύνει
γιατί σα θα ’ναι ευτυχής, λεύτερη θα σ’ αφήνει.

Αητός κρυφοκαμάρωνε πάνω σε δυο λιθάρια
πού ’χει φωλιάν ανάμεσα στα δυο σου τα ποδάρια.

Άλλο δεν σκέφτομαι παρά πότε θα σ’ ανταμώσω
και μ’ αναστεναγμούς χαράς το σώμα σου να οργώσω.


____________
* Μαντινάδες· αρχικά, ομοιοκατάληκτα δίστιχα, απαγγελλόμενα στις μαντικές ερωτικές τελετουργίες του Θερινού Ηλιοστασίου.


(ΡΟΔΙΝΟΣ ΛΑΡΥΓΓΑΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ**
ΠΟΥ ’ΧΕΙ ΦΤΕΡΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ)

Έγλειφα το αλάτι εγώ στ’ άνθος του εγκρεμού σου
φιλώντας που και που  αρπαχτά τους έξοχους μηρούς σου.

Μα όταν εμπαινόβγαινα στην πύλη της αβύσσου
με γλείφανε οι δροσερές φλόγες του παραδείσου.

__________

**Σημείωση στο βιβλίο μου ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ:

Όπως οι μύστες τέκτονες της Παναγίας των Παρισίων, τοποθέτησαν, (στο ανατολικό κυρίως εξωτερικό του ναού), εκείνα τα διαβολικά όντα, για να τρομάζουν τους άτολμους και μικρόψυχους, που είναι ακατάλληλοι για την ιερότητα και την ομορφιά του χώρου αυτού, έτσι κι εγώ, άφησα μέσα στις συλλογές που συγκεντρώνω  εδώ, τα ποιήματα εκείνα και τις λέξεις εκείνες που θα μπορούν να διώχνουν μακριά όλους τους βέβηλους: Τους υστερόβουλους της σεμνοτυφίας, τους ηθικιστές πάσης φύσεως, τους φυλακισμένους σε παντός είδους δόγματα, τους καλούς υπηρέτες του φθόνου, τους μισερούς είτε μίζερους εχθρούς της ζωής, που θεωρούν βρώμικα, τόσο κάποια μέλη του ανθρώπινου σώματος, όσο και τα ονόματα ή τη λειτουργία των μελών αυτών, σα να ήσαν αυτοί πιο σοφοί από τη φύση που μας τα έδωσε.
Στο έργο μου, το «ελευθερία και γλώσσα» του Σολωμού, βρίσκει την πλήρη εφαρμογή του. Ελεύθερη σκέψη, ελεύθερη έκφραση. Ανήκοντας σ’ εκείνα τα όντα που δεν έχουν τίποτε να κρύψουν, κι όπως τα λουλούδια (μακράν κάθε υποκρισίας) είναι μέσα τους κι έξω τους ένα και το αυτό.





  
ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ


            Ο ΗΛΙΟΣ

          «…Δες τε ακουμπάμε απάνω του, ομοαίματοι αδερφοί του…»


                                (Σικελιανός)

                «…Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός»


                                (Σεφέρης)

                Ήρθε το φως


                                (Γυναίκα που δηλώνει συνθηματικά ότι της ήρθε το αίμα της μηνιαίας περιόδου)

            Γιατί ο Ήλιος που βλέπουμε, στην πραγματικότητα, άλλο δεν είναι παρά ο πυρήνας ενός σώματος που αποτελείται απ’ ολόκληρο το ηλιακό σύστημα. Ό Ήλιος στην πραγματικότητα είναι όλο το ηλιακό σύστημα κι ό, τιδήποτε βρίσκεται μέσα σ’ αυτό. Οι πλανήτες δεν είναι ξεχωριστά σώματα αλλά μέλη του Ήλιου. Η Γη κι όλα που βρίσκονται πάνω σ’ αυτήν είναι μέλη του Ήλιου.







            Η ΘΑΛΑΣΣΑ

          «…Και η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει τον φυλακισμένο
 βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες…».

                                                                                (Σεφέρης)

Θάλασσα είσαι η σύναξη των άπειρων δακρύων
ή μήπως ο γλυφός χυμός αμέτρητων αιδοίων;


                                                                                 (Αγνώστου)
                               

Θάλασσα γίνε της χαράς το πρόσωπο που κλαίει
άβυσσος μήτρα πάρε με στ’ απύθμενά σου ελέη.
                               
                                                                                 (Αγνώστου)





                Η ΕΝΩΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ:


Μ’ ευφροσύνη σκέφτομαι τους στίχους με τους οποίους αρχίζουν τα μεγάλα έργα· μ’ ευφροσύνη σκέφτομαι και τους στίχους με τους οποίους τελειώνουν τα μεγάλα έργα. Κι ο Σεφέρης; Σπάνια ποίηση είχε ένα τόσο ευτυχισμένο τέλος όσο αυτή του Σεφέρη. Θαρρείς κι όλη του η ποίηση (και δε θα ’ταν υπερβολή να πω όλα τα ποιητικά έργα του κόσμου) υπήρξαν για να μπορέσουμε να φτάσουμε σ’ αυτό το ευτυχισμένο ποιητικό τέλος:

«Ό, τι πέρασε πέρασε σωστά».

Δεν είναι λίγο να φτάσεις να πεις αυτά τα λόγια. Είναι μάλιστα ό, τι πιο σπουδαίο το να βιώσεις και να πεις αυτή τη φράση. Χωρίς βέβαια να τη βιώσεις,  δε μπορείς να την πεις.

    «Ό, τι πέρασε πέρασε σωστά».

Κ’ ύστερα, ο ήλιος, σύμβολο του αρσενικού στοιχείου και της αιωνιότητας, καρφώνεται στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου, που είναι το σύμβολο του θηλυκού στοιχείου και της κλεισμένης στον καιρό εκατόχρονης ανθρώπινης ζωής.

(Στο ποίημα εδώ, μια όψη του ρόδου και των πετάλων του, υπάρχει στο «λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου». Ένας υπαινιγμός, γιατί ο Σεφέρης δεν θέλει να καταστρέψει την εικόνα που έχει ο καθένας μας  για το ρόδο).

Όλα είναι έτοιμα για την ένωση. Όχι, δεν θα την κάνει ο Σεφέρης αυτή την ένωση. Αυτή υπήρχε πάντα εκεί. Ο άνθρωπος πηγαίνει προς αυτή μέσ’ από τα βάθη του ύπνου, του συνειδησιακού ύπνου· την εικάζεται, την οσφραίνεται, την πλησιάζει, τη ζει μέσα στη σύντομη εγρήγορση του έρωτα. Ο άνθρωπος είναι κομμάτια, τα ποιήματα είναι κομμάτια, κομμάτια του χρόνου που όλο και πλησιάζουν και πλησιάζουν μεταξύ τους, για να ενωθούν και να γίνουν αυτό το διαρκές παρόν.
Ό, τι θέλησαν να πουν οι ποιητές όλων των εποχών, ό, τι θέλησαν να πουν οι μυστικοί όλων των εποχών, βρίσκεται εδώ, σ’ αυτό το ποίημα:

Τώρα
με το λειωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής·
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη   
και να τη σπείρουν.
Ό, τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμα που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

  Για να ξαναβρούμε ένα τόσο ευτυχισμένο ποιητικό τέλος, πρέπει να πάμε στη Θεία Κωμωδία, όπου το φως και το τριαντάφυλλο είναι ένα· πρέπει να πάμε στα Τέσσερα Κουαρτέτα, όπου η φωτιά και το ρόδο είναι ένα· πρέπει να πάμε στο βουδισμό και στον ταοϊσμό, όπου η τελειότητα και το πλήρωμα συμβολίζονται με την ένωση του κεραυνού και του λωτού.
Εν τέλει, ο Κόσμος έγινε αποδεχτός. Τα πάντα καλά λίαν. Το αρχαίον κάλλος αναμορφώθηκε, κι ο ποιητής πάντα κινημένος από την αγάπη, τον έρωτα σ’ όλα τα επίπεδα, γίνεται ξανά πολίτης ενός παγανιστικού παραδείσου.


_______________________________

Εικόνες: 1. Η Νίνη στον καθρέφτη, 1982, Θεσσαλονίκη.  2. Τριαντάφυλλο.  3. Κρίνος. 4.Ο κήπος των απολαύσεων (απόσπασμα), Ιερώνυμος Μπος.  5. Ο Μπαλντούρ, ο θεός της Αρχαίας Έδδας κόβοντας φρούτα από το Δέντρο της Αθανασίας.  6 "Έλληνες αεί παίδες εισίν", Ραΐνα 1986.  7. Vermilion Noon (Αγνώστου, 20ος αι.).  8. Η Λίλη, 1982, Θεσσαλονίκη.  9. Ως πρίγκιψ της Αιγαιΐδος, 1982, Θεσσαλονίκη.  10. Καταρράχτης ουράνιων όντων, Απρίλης, 2011.  11. Βότσαλα, Χίος, 1981.