Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

ΤΟ «ΑΧ» ΙΟΥΛΙΟΥ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2011




ΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΒΟΔΙ*

(ΕΙΣΑΓΩΓΗ)

Κάτω απ’ την πράσινη ιτιά και πλάι στον αρχαίο βου­νίσιο ποταμό
το βόδι μένει ελεύθερο, κάνοντας ό, τι αυτό επιθυμεί.
Το απόβραδο που η γκρίζα ομίχλη κατεβαίνει στη βοσκή
ο άνθρωπος γυρίζει σπίτι του. Και ήσυχο
πίσω το ζώο ακολουθεί.

            *
Ζώο και άνθρωπος συνάμα εξαφανίστηκαν
χωρίς κανένα ίχνος πίσω τους.
Άδειο το φεγγαρόφωτο και ούτε
μία σκιά από τα άπειρα
πράγματα που υπάρχουν μέσα του.
Ρωτάς τι νόημα έχουν όλ’ αυτά;
Ιδού τα κρίνα του αγρού
κ’ η φρέσκια χλόη με τ’ άρωμά της.

Που Μιγκ (13ος αι. Κίνα)

________________________

* Το βόδι είναι η αιώνια αρχή της ζωής· αλήθεια και πράξη. Σ’ ένα διάλογο ζεν κάποιος ρωτά: «Ποιος είναι ο Βούδας;» «Είναι σα να βρίσκε­σαι πάνω στο βόδι και να ρωτάς που είναι το βόδι» του απαντούν.
Τα δέκα βόδια αναπαριστούν τα σταδιακά βήματα που χρειάζεται κα­νείς για να φτάσει στην αληθινή του φύση.





ΟΙ ΔΕΚΑ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΒΟΔΙ
(Του Κ’ ούο Αν Σιχ Γιουάν*)




______________________
* Τον 12ο αίώνα ο κινέζος βουδιστής Κ’ ούο Αν Σιχ Γιουάν (γιαπω­νέζικα Κακουάν) εφκιαξε τις δέκα ζωγραφιές με το βόδι, βασιζόμενος σε παρόμοιες αρχαίες ταοϊστικές εργασίες, κι έγραψε σε πρόζα και σε στίχους τα ανάλογα κάτω από την κάθε ζωγραφιά. Ο Κούο Αν, στα γραφτά του αναφέρει επίσης κάποιον ζωγράφο και ποιητή ζεν, που έζησε στην εποχή του ή λίγο πριν από αυτόν, τον Τσιγκ Τσου (Σέκυο), ο όποιος έκαμε πέ­ντε ζωγραφιές του βοδιού για να διδάξει μ’ αυτό τον τρόπο την πνευματι­κή εξέλιξη. Στις ζωγραφιές αυτές υπάρχει μόνο το βόδι (δεν υπάρχει άνθρωπος), το οποίο από μαύρο που είναι στην πρώτη ζωγραφιά, σταδια­κά ασπρίζει, μέχρι που φτάνει, στην πέμπτη ζωγραφιά, να μη φαίνεται καθόλου, κι ο κύκλος που το περιέχει να είναι κάτασπρος (κενός), χωρίς βόδι ή έχοντας το βόδι συγχωνευμένο με το Παν.
Επίσης υπήρξαν κι άλλοι που ζωγράφισαν το βόδι, σε έξη, σε οχτώ ή και σε δέκα ζωγραφιές, τελειώνοντας πάντα με το κενό. Ο Κ’ούο Αν θεώρησε ότι ήταν πιο σω­στό να μην τελειώνει με το κενό. Γι’ αυτό έβαλε όγδοη τη ζωγραφιά του κενού, προσθέτοντας άλλες δύο ζωγραφιές μετά από τη ζωγραφιά του κενού, έτσι που να δείχνει την επιστροφή, κι ότι σημασία έχει η συνειδητο­ποίηση και η βίωση του κενού κι όχι η τελεσίδικη παραμονή σ’ αυτό.































                                            1

Στο βοσκοτόπι αυτού του κόσμου αναμερίζω τα ψηλά χορτάρια και ζητώ το
βόδι.
Ακολουθώντας άγρια ποτάμια ή χαμένος πάνω στα πολύκλαδα δρομάκια
            μακρινών βουνών
η δύναμή μου εξαντλήθηκε χωρίς να βρω το βόδι.
Ακούω μόνο των ακρίδων τα τριξίματα
μέσα στα δάση του βραδιού.

Μόνος στην ερημιά, χαμένος μες στα δάση ο άνθρωπος και ψάχνει όλο ψάχνει.
Ορμητικά νερά· βουνά απόμακρα και στράτες δίχως τέλος.
Εξαντλημένος και θλιμμένος. Πού να πάει;
Ακούει μόνο τα τζιτζίκια του βραδιού
να τραγουδούν μέσα στο δάσος των σφενδάμων.






                                  






















                                               2

Στην ακροποταμιά κάτω απ’ τα δέντρα βρίσκω ίχνη.
Ακόμα και ανάμεσα στα χόρτα που ευωδιάζουν βλέπω ίχνη.
Βαθιά στ’ απόμακρα βουνά υπάρχουν ίχνη.
Αυτά τα ίχνη δεν μπορούν να μείνουνε κρυμμένα από κάποιον
ακόμα κι αν κοιτά τον ουρανό.







                                    





















                                             3

Ακούω το τραγούδι τ’ αηδονιού.
Ζεστός ο ήλιος και γλυκό φυσά το αεράκι.
Πράσινες είναι οι ιτιές πάνω στην όχθη.
Εδώ το βόδι δεν μπορεί πια να κρυφτεί.  Μα ποιος ζωγράφος
έφκιαξε κείνο το πελώριο κεφάλι
που το στολίζουν μεγαλόπρεπα δυο κέρατα;










                                       


















                                           4

Με την ενέργεια όλης του της ύπαρξης,
πιάνει εντέλει ο άνθρωπος το βόδι.
Μα πόσο άγρια είναι η θέληση του,
πόσο ατίθαση είναι η δύναμη του.
Πότε τραβάει προς τους βάλτους χαμηλά
και πότε χάνεται ψηλά στα ομιχλοσκέπαστα,
τ’ αδιαπέραστα βουνίσια μονοπάτια.









                               


                                       
















                                         5

Είναι απαραίτητα μαστίγιο και σχοινί.
Αλλιώς το βόδι θα ξεφύγει μακριά
σε μονοπάτια δίχως τελειωμό.
Όταν σωστά κατευθυνθεί, θα ημερέψει*.
Τότε λυτό θ’ ακολουθήσει τον βουκόλο.
__________
* Θα ’βρει τη φυσική του ημεράδα.







                                          





















                                            6

Στο βόδι ανεβασμένος τώρα επιστρέφω αργά στην κα­τοικία μου.
Μελωδικά η φλογέρα μου ηχεί μέσα στο βράδυ.
Ποιμαίνω με τα δάχτυλα την αρμονία που πάλλει·
να ’μαι που κυβερνάω τον αιώνιο ρυθμό.
Όποιος ακούει αυτή τη μελωδία μ’ ακολουθεί.






























 
                                         7

Στο βόδι ανεβασμένος φτάνω σπίτι μου.
Είμαι γαλήνιος, και το ζώο, λεύτερο πια μπορεί ν’ ανα­παυτεί.
Σ’ ανάπαυση μακάρια μας βρίσκει και τους δυο μας η αυγή.
Κάτω απ’ την αχυρένια στέγη μου εγκατέλειψα μαστί­γιο και σχοινί.









                                           




















                                             8

Όλα είναι κενό· μαστίγιο και σχοινί και άνθρωπος και βόδι.
Την απεραντοσύνη τ’ ουρανού, ποιος θα μπορούσε να μετρήσει;
Πώς να υπάρξει μια χιονονιφάδα,
μέσα στη μανιασμένη πυρκαγιά;
Όταν σε τούτο το σημείο έχεις φτάσει,
το πνεύμα των αρχαίων σοφών σου φανερώνεται.

Μαστίγιο και σχοινί, βόδι και άνθρωπος, όλα βυθίζονται στο τίποτε.
Αυτός ο ουρανός είν’ αχανής· κανείς μεσάζων δεν μπορεί να τον λερώσει.
Πώς να υπάρξει μια χιονονιφάδα, μέσα στην μανιασμένη πυρκαγιά;
Τα χνάρια των αρχαίων πατριαρχών βρίσκοντ’ εδώ.











                                          

















                                              9

Μου πήρε βήματα πολλά, η επιστροφή στη ρίζα μου και στην πηγή μου.
Καλύτερα τυφλός να ήμουν και κουφός απ’ την αρχή.
Καλύτερα να έμενα στο σπίτι μου, αδιάφορος. Τι μου ’λειπε;
Το ρέμα και τα κόκκινα λουλούδια ήταν πάντα εδώ.

Το να γυρίσεις στην αρχή, να επιστρέψεις στην πηγή,
είν’ ένα βήμα ήδη καμωμένο.
Καλύτερα να μείνεις σπίτι σου· τυφλός, κουφός και δίχως φασαρίες.
Μες στην καλύβα καθισμένος ούτε καν
που νοιάζεται για όσα γίνοντ’ έξω.
Ο ποταμός σε ποια κατεύθυνση κυλά; Κανείς δεν ξέρει.
Και τα λουλούδια τούτα μ’ ένα τέτοιο
κόκκινο ζωηρό, για ποιόν υπάρχουν;








                                       



















                                         10

Γυμνόστηθος, ξυπόλητος, μπαίνει στην αγορά.
Πασαλειμμένος λάσπη, σκονισμένος, πόσο πλατιά χα­μογελά.
Δεν έχει ανάγκη απ’ τη θαυματουργή
δύναμη των θεών, γιατί βαδίζει
και στ’ άγγιγμά του τα ξερά κλαδιά βγάζουνε άνθη.