Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Μάιος-Ιούνιος 2018




Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΤΙΜΙΑΣ
(όπως θα έλεγε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Κι εγώ;
 ΙΔΟΥ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΤΟΥ ΙΒΥΚΟΥ):


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Ο ΑΝΔΡΕΙΟΣ ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Περιστατικό Πρώτο, Δεύτερο)

Ο ΕΞΑΙΣΙΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (Περιστατικό Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο).

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΙΔΟΥ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΤΟΥ ΙΒΥΚΟΥ

Η ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ (Περιστατικό Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο)


                ***



ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

(Ο οποίος διαθέτει πρώτον: Αυτό που ο Διογένης θεωρούσε ως το πιο σημαντικό: Παρρησία. Και δεύτερον: Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του ποιητή: Πνευματική γενναιότητα).

Στο αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., το 1978….. Όμως πριν συνεχίσω εδώ, πρέπει να κάνω την παρακάτω κλεισμένη σε αγκύλες παρεμβολή μου:

{{ Εκείνο τον καιρό το «Μανθρασπέντα» μου, που κυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του 1977,  και είχε αμέσως εξαντληθεί, μου το ζητούσαν με πολλή επιμονή, 5 εκδοτικοί οίκοι: «Εγνατία», «Σίσυφος*», «Ύψιλον», «Μπαρμπουνάκης», «Κέδρος». Έπρεπε να το δώσω στο «Ύψιλον», και κυρίως στον «Σίσυφο», ώστε να έχω κι εγώ ως εκδότες μου νέους και ταλαντούχους ανθρώπους, ενθουσιασμένους με την ποίησή μου. Όμως, άπειρος όντας σε αυτά, το έδωσα στον «Κέδρο», σ’ έναν αναγνωρισμένο εκδοτικό οίκο, όπου υπήρχαν δύο άνθρωποι οι οποίοι με υπεραγαπούσαν: Ρίτσος, Καλλιανέση. Μου ήταν αδύνατο να προβλέψω ότι σε λίγο καιρό θα πέθαινε η Καλλιανέση και κουμάντο στον «Κέδρο» θα έκαναν πλέον κακόψυχοι και φθονεροί άνθρωποι, οι οποίοι τώρα ήσαν μόνον απλοί υπάλληλοι…

Ανάμεσα σ’ αυτούς που θα ξεκινούσαν νέους εκδοτικούς οίκους, και ήθελαν να βγάλουν ως πρώτο βιβλίο τους το βιβλίο μου, ήταν και ο αφόρητα πιεστικός Μπ.  Μπ. Μου έκανε τραπέζια, τεμενάδες, συμβόλαια με ποσοστά πανύψηλα υποσχόταν πρωτοφανή προώθηση, μου έδινε όλο του το βασίλειο, μα δεν μπορούσε να κατανοήσει πως μου ήταν αδύνατο να βγάλω το βιβλίο μου, εγώ ο εραστής των λέξεων, έχοντας στο εξώφυλλο το μπαρμπαρικό «Μπάμπης Μπαρμπουνάκης». «Άλλαξε όνομα του εκδοτικού σου οίκου» του έλεγα «και…πάμε». Αλλά η ματαιοδοξία του ήταν πάνω απ’ όλα, αυτή τον κυβερνούσε, αυτή τον έκανε να με πιέζει τόσο πολύ, πώς θα έπαυε ξάφνου να την υπηρετεί; Ως όνομα του εκδοτικού οίκου ήθελε οπωσδήποτε τ’ όνομά του. Ήθελε δηλαδή, εγώ ν’ ανεβάσω τον εκδοτικό του οίκο, ο οίκος ν’ ανεβάσει τ’ όνομά του και τ’ όνομά του αυτόν τον ίδιο.

Κι όταν είδε κι απόειδε πως δεν υποχωρώ, ξεκίνησε εναντίον μου μιαν άξια θαυμασμού εκστρατεία εκδίκησης. Λόγου
χάριν, καθώς είχε κουμπάρο και υποτελή του, τον πασόκο πρόεδρο των φοιτητών του Αριστοτελείου, άρχισε να διοργανώνει εκδηλώσεις με ομιλητές, με ποιητές, εκδηλώσεις παντού σε όλες τις σχολές, δίνοντας όλη τη δύναμή του με το μόνο αντάλλαγμα πως σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις ο Υφαντής όχι μόνο δεν θα ήταν ποτέ καλεσμένος αλλά θ’ απαγορευόταν και η αναφορά του ονόματός του.

Εγώ  σφόδρα απορροφημένος από την ποίηση και τον έρωτα, κι ακόμη από το να εφευρίσκω τρόπους να κρύβομαι, (διότι εκείνη την εποχή, έπεσε όλος ο καλλιτεχνικός και φοιτητικός κόσμος πάνω μου, τα κόμματα, οι οργανώσεις, κι έβλεπα ότι κινδύνευα να κομματιαστώ όπως ο Ορφέας από τις Μαινάδες ή ο Διόνυσος από τους Τιτάνες), δεν τα ήξερα όλα τούτα κι ούτε μπορούσα να φανταστώ πως υπήρχαν άνθρωποι που, θα είχαν κάμει έργο της ζωής των την εξαφάνισή μου επειδή τους είπα ένα κατ’ εμέ φυσιολογικότατο «όχι»}}.



ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟ

ΛΟΙΠΟΝ, ΣΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ Α. Π. Θ., το 1978:

Μεγάλο το πλήθος των φοιτητών. Εγώ κάθομαι πίσω, ψηλά, κρυμμένος σχεδόν. Καλεσμένοι από τον φοιτητικό σύλλογο της σχολής, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Γιώργος Στογιαννίδης. και ο Α.Β. Ένας φοιτητής έκανε την εισήγηση. Μετά πήρε τον λόγο ο Χριστιανόπουλος θυμωμένος και είπε:

«Δεν ξέρω αν θα σας διαβάσω ποιήματά μου απόψε εδώ, έτσι που ήρθαν τα πράγματα, αλλά σίγουρα θα σας μιλήσω για την ατιμία. Γιατί δυστυχώς ξεκινήσαμε την εκδήλωση αυτή με μιαν ατιμία. Ο κύριος που έκανε την εισήγηση, όταν αναφέρθηκε στους νεότερους ποιητές της Θεσσαλονίκης, εσκεμμένα κι όχι από λάθος, ανέφερε όλους τους κατ’ εμέ μη ποιητές και παρέλειψε τον κατ’ εμέ σημαντικότατο νέο ποιητή μας, τον Γιάννη Υφαντή. Δεν γνωρίζω προσωπικώς τον Υφαντή. Έχω διαβάσει τα εξαίρετα ποιήματά του. Κι ακόμη άκουσα ότι σπούδασε ή σπουδάζει ακόμη νομικά στο πανεπιστήμιό μας. Όμως αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει ότι η εκδήλωση αυτή ξεκίνησε με την ατιμία να μην αναφερθεί, ο μόνος σημαντικός από τους ποιητές που εμφανίστηκαν τελευταία στη Θεσσαλονίκη…».

Ύστερα τον λόγο πήρε ο Στογιαννίδης: «Συμφωνώ απολύτως με τον κύριο Ντίνο  Χριστιανόπουλο. Πράγματι αυτό που διεπράχθη ήταν ατιμία. Κι επειδή δεν προσεκλήθη εδώ απόψε ο εξαίρετος αυτός νέος ποιητής, εγώ θα σας πω δύο μικρά ποιήματά του που θυμούμαι απ’ έξω. Το πρώτο ανήκει σε μια ενότητα μικρών ποιημάτων και είναι αυτό:

Κ’ οι νέρινες γυναίκες του σιντριβανιού
υψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους,  σαν την όψη τους.

Το άλλο λέγεται

ΑΠΚΑΘΗΛΩΣΗ

Ήρθες.
Αυτή η απόσταση από χώρο κι από χρόνο ήταν σταυρός.
Ήρθες,
αυτό δεν είν’ αγκάλιασμα,
είναι
αποκαθήλωση».




ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚO ΔΕΥΤΕΡΟ

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, εξ’ αρχής, από το 1978 ακόμη, αντελήφθη τον πόλεμο που μου γινόταν, και μίλησε δημοσίως σκληρότατα γι’ αυτόν, αλλά δεν έμαθα ποτέ αν γνώριζε ότι αυτός ο πόλεμος προερχόταν από συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία είχαν αναλάβει εργολαβικώς την εξόντωσή μου. ….

Κάποτε, δημοσίως, στην τηλεόραση, στη ΕΤ 3, είπε: «Και βεβαίως η Θεσσαλονίκη υπερτερεί πολιτιστικά της Αθήνας. Μα έχει η Αθήνα έναν Υφαντή;».




                      ***


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ:

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟ:

Κάποτε στην Θεσσαλονίκη, ανάμεσα 1980-1990, ο Ηλίας Κουτσούκος κι ο Μανώλης Ξεξάκης, έγραψαν έναν λίβελο εναντίον του Ρίτσου. Όμως, πιθανόν, επειδή σκέφτηκαν ότι δεν θα είχε κανένα βάρος η επιστολή τους αν δεν υπογραφόταν από κάποιον υπολογίσιμο ποιητή, έβαλαν και τη δική μου υπογραφή, ερήμην μου και γνωρίζοντας πόσο πολύ εκτιμώ τον Ρίτσο και πόση πολύ εκτιμά εκείνος εμένα. «Πιθανόν» λέω, γιατί οι αιτίες μπορεί να ήσαν άλλες. Να ήθελαν λόγου χάριν να πλήξουν τη μεγάλη εκτίμηση που είχε ο Ρίτσος στο νέο ποιητή και την ομολογούσε παντού, με την πρώτη ευκαιρία, ή, να πλήξουν την εκτίμηση που είχε ο αριστερός κόσμος στον νέο ποιητή εξ’ αιτίας της μεγάλης αγάπης που έδειχνε στην ποίησή του ο Ρίτσος. Κι ακόμη πιθανόν μαζί με όλα τούτα, πίσω από αυτή την ενέργεια να βρισκόταν το τρίτο πασοκικό πρόσωπο το οποίο μαζί με Κουτσούκο και Ξεξάκη μισούσε τον Γιάννη Ρίτσο και δρούσε εναντίον του:  Ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης. Και τι δεν έκανε αυτός ο άνθρωπος εναντίον μου κι εναντίον του Ρίτσου!

Λοιπόν, έτσι έκαμαν τα καλά παιδιά. Μαζί με τις δικές τους υπογραφές, έβαλαν και τη δική μου. Και δημοσίευσαν τον λίβελό τους εναντίον του Ρίτσου στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Πέρασε ολόκληρος μήνας και δεν ήξερα τίποτε. Ώσπου, τυχαία, συνάντησα στον παραλιακό δρόμο, κοντά στον Λευκό Πύργο, τον Κωστή Μοσκώφ:

«Πικράθηκε πολύ ο Ρίτσος» μου είπε ο Μοσκώφ ανάμεσα στ’ άλλα, «αν κι επιμένει ότι ο Υφαντής δεν θα έκανε ποτέ του μια τέτοια ατιμία. Γι’ αυτό το λίβελο που δημοσίευσε η «Θεσσαλονίκη» εναντίον του Ρίτσου μιλώ. «Πώς μπόρεσες να υπογράψεις ένα τέτοιο πράγμα εσύ βρε Γιάννη;»

«Πάμε» του λέω «πάμε αμέσως να τηλεφωνήσουμε στον Ρίτσο». Τρέχουμε στο κοντινότερο περίπτερο. Και τηλεφωνούμε στον Ρίτσο. Κι ο Ρίτσος:






«Γιάννη μου ποτέ δεν πίστεψα ότι έβαλες εσύ την υπογραφή σου σ’ αυτό το κείμενο. Παρόλο που μου έλεγαν διάφοροι «το έκανε ο Υφαντής, το έκανε». Τους έλεγα είναι αδύνατο ένας αληθινός ποιητής να κάνει κάτι τέτοιο. Και πόσο χαίρομαι αυτή τη στιγμή, όχι γιατί μαθαίνω πως δεν έχεις σχέση μ’ αυτό το θέμα, (αυτό το ήξερα, ασχέτως με το ότι δεν μπορούσα να το αποδείξω) χαίρομαι γιατί επιβεβαιώθηκα επισήμως. Παγίδες και πεπονόφλουδες βάζουν παντού στον δρόμο μας, αλλά τουλάχιστον έχουμε τη ευτυχία να ξέρουμε ότι δεν είναι βαλμένες από ποιητές».





ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΔΕΥΤΕΡΟ:

Αλλά, μιας και βρισκόμαστε στον Ρίτσο ας πούμε και το παρακάτω: Που ήρθε ο Ρίτσος στην Θεσσαλονίκη. Και κάλεσε μες από την παρέα εκείνη του Κ.Κ.Ε, έναν φοιτητή που ήξερε πού μένω. Τον κάλεσε και του είπε: «Πήγαινε στο σπίτι του Υφαντή και πες του στις 9 να είναι έξω από το Κ.Θ.Β. Ε, απ’ όπου θα φύγουμε για να φάμε στην ταβέρνα του Κρικέλα. Πες του ότι του το ζητώ ως χάρη». 

Και πριν φύγει ο φοιτητής για το σπίτι μου, τον έπιασαν οι άλλοι του Κ.Κ.Ε. (οι οποίοι θεωρούσαν ότι παρασέρνω με τις ιδέες μου τον Ρίτσο προς εξωκουκουέδικες κατευθύνσεις), έπιασαν τον φοιτητή και του είπαν: «10 και μισή να πεις στον Υφαντή, 10 και μισή να βρίσκεται έξω από το Κ.Θ.Β.Ε».  

Έτσι ο φοιτητής πιστεύοντας πως εκείνοι ξέρουν καλύτερα το πρόγραμμα, μου είπε αυτό που εκείνοι του είπαν κι όχι την παραγγελία όπως την διατύπωσε ο Ρίτσος. Με αποτέλεσμα, εντέλει, εγώ (περιμένοντας και ψάχνοντας την παρέα) να φτάσω στον Κρικέλα στις 11, την ώρα που η παρέα σηκωνόταν να φύγει από τον Κρικέλα.

Αυτά τα άτιμα και παρασκηνιακά τα συζητούσαμε με τον Ρίτσο.

(Να εξηγηθώ; Αν και ποτέ δεν ήμουν ενταγμένος στο Κ.Κ.Ε., ουδέποτε είπα κακή κουβέντα εναντίον του, μόνο καλές, και πάντα, θεωρούσα τον εαυτό μου ένα από τα αόρατα μέλη του, επειδή, ως ορατό μέλος δεν θα με άντεχαν μέσα εκεί. Άλλωστε, ανάμεσα 1977-80, πολύ το επιδίωξαν να με κάμουν δικό τους μα δεν ήσαν ικανοί).

Και κάθισε κάποτε ο άνθρωπος και μου εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να φύγει από το ΚΚΕ. Λόγοι σοβαρότατοι, τους οποίους όμως δεν μπορούσε να γνωστοποιήσει ευρέως.


ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΤΡΙΤΟ:

Μου λέει κάποια στιγμή: -Ήρθαν προ ημερών Γιάννη μου από το κόμμα και μου λένε:

«Πρέπει να κάνεις μια δημόσια δήλωση ότι αφήνεις κάποιον στη θέση σου. Το κόμμα χρειάζεται κάποιον που να είναι ο Ρίτσος μετά τον Ρίτσο».

«Μα δεν χρειάζεται να κάμω δημόσια δήλωση, τους λέω, εδώ και χρόνια ξέρετε πως υπάρχει
ένας θαυμάσιος νέος ποιητής τον οποίο εκτιμώ αφάνταστα. Και τον ξέρετε. Και ήδη έχω μιλήσει πλειστάκις γι’ αυτόν. Όχι βεβαίως για να γίνει ο Ρίτσος μετά τον Ρίτσο, αλλά για τον απλούστατο λόγο πως είναι ένας εξαίσιος ποιητής.

«Ο Υφαντής;» μου λένε. «Μα αυτός δεν ανήκει στο κόμμα. Αυτός είναι αναρχικός, είναι μυστικιστής, δεν μπαίνει ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι. Στην πραγματικότητα ούτε καν ξέρουμε τι είναι». Τους λέω:

«Είναι μέγιστος ποιητής και τίποτε, μα τίποτε άλλο. Και τον μέγιστο ποιητή,  ένα προοδευτικό κόμμα τον θεωρεί δικό του, μα καταδικό του,  είτε αυτός ανήκει στο κόμμα είτε όχι».

-Αλληλοκοιτάχτηκαν, απογοητευμένοι. Έφυγαν.

-Γιάννη μου, λέω εγώ, δεν ήρθαν για να σου ζητήσουν να προτείνεις κάποιον. Ήρθαν για να σε ψέξουν που τολμάς να είσαι αληθινός κι αυτεξούσιος. Ήρθαν να σου πουν, πρόσεχε, εμείς αυτόν δεν τον εγκρίνουμε, εσύ πώς τολμάς;

-Ακριβώς γι’ αυτό ήρθαν Γιάννη μου, λέει ο Ρίτσος, ακριβώς γι’ αυτό.


                  ***

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,ΙΔΟΥ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ ΤΟΥ ΙΒΥΚΟΥ:

(«Τί να κάνουμε Γιάννη μου; Αυτοί με τα μέσα, εμείς με το μέσα», Γιάννης Ζήκας, ζωγράφος της Θεσσαλονίκης)

ΘΑ ΗΤΑΝ 1989. ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ. Ο αντιδήμαρχος πολιτισμού Θεσσαλονίκης μου τηλεφώνησε
να συμμετάσχω σε μια κριτική επιτροπή, μαζί με τον Περικλή Σφυρίδη, τον Γιώργο Κάτο και δυο άλλους, (έναν κύριο και μια κυρία που δεν θυμούμαι τώρα τα ονόματά τους). Θα έπρεπε να επιλέξουμε τον καλύτερο νέο ποιητή (ή ποιήτρια) για την Μπιενάλλε της... Βενετίας (;)... Δέχτηκα. Μου έστειλαν τα κείμενα των υποψηφίων συνοδευόμενα και από τα ονόματά τους. (Τα ονόματά τους τί χρειάζονταν;).

ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΣ ΜΑΣ αυτής στο Δημαρχείο, μου τηλεφώνησε ο Σφυρίδης και με παρακάλεσε να προτείνουμε την κόρη μιας γνωστής του, (φίλης του; κουμπάρας του; δεν θυμάμαι), της το είχε υποσχεθεί. Σε καμμιάν ώρα μετά, μου τηλεφώνησε κι ο Γιώργος Κάτος. Μου ζήτησε κι αυτός να προτείνουμε την ίδια κοπέλα που ζήτησε να προτείνουμε ο Σφυρίδης).
Είπα και στους δυο: «Ναι, γιατί όχι; Κανένα πρόβλημα».

ΔΕΝ ΑΞΙΖΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΚΑΝΕΙΣ από τους υποψηφίους, μα τους διάβασα προσεκτικά και τους έβαλα σε μια σειρά, βαθμολογώντας με το 1, το 2, το 3 κ.τλ., αιτιολογώντας τη σειρά και τη βαθμολογία μου. Έτσι, έτοιμος πια, περίμενα τη μέρα που θα παρουσιαζόμασταν στο Δημαρχείο, όπου ο κάθε κριτής θα έλεγε τα δικά του.

ΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΑ; ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΑ ΛΟΓΙΑ. ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΗΤΑΝ απαράδεκτο να ξεκινά κανείς την ποιητική του σταδιοδρομία με μέσον. Να ξεκινά κανείς με μέσον, αυτό που, όντας το καθαρότερο στοιχείο του κόσμου, έρχεται να εναντιωθεί σε κάθε μέσον, σε κάθε αναξιοκρατία, σε κάθε κοινωνική βρωμιά. Και να το αποδέχεται η υποψήφια, το μέσον, να το αποδέχεται η μάνα της, διόλου δεν ήταν ασυνήθιστο. Όμως να το αποδέχονται και αυτοί που κυκλοφορούν στην κοινωνία ως συγγραφείς, φέρνοντας τον τίτλο και την ιδιότητα που σημαίνει καταπολέμηση του ψεύδους, της διαφθοράς, της αδικίας και της αναξιοκρατίας, αυτό είναι απαράδεκτο. 




ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΔΥΝΑΤΟΝ αυτοί, να σκέφτονται και να δρουν, χειρότερα κι από κοινούς απατεώνες ή φτηνούς πολιτικάντηδες; Μα ήταν απλό:

1. Ως συγγραφείς ήσαν κ’ οι δυο τους από μετριότατοι έως ανύπαρκτοι. Μα, θα δεχόταν κανείς τα μέσα και την αναξιοκρατία, αν ήταν όντως συγγραφέας; Θα το έκανε αυτό ένας Παπαδιαμάντης ή ένας Καζαντζάκης, ένας Καμύ ή ένας Μάρκες; Ποτέ. Αντίθετα μάλιστα, θα πολεμούσαν με σθένος και παρρησία τη διαφθορά.

2. Μα οι μηδαμινότητες αυτές, είχαν και το άλλο κουσούρι. Ήσαν δεξιοί. Κι ένας δεξιός, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει αναπνοή, κόσμος, κοινωνία, χωρίς μέσο, χωρίς αδικία, χωρίς αναξιοκρατία, χωρίς τρικλοποδιά, πάντα υπέρ των δεξιών και πάντα εναντίον των άλλων.

ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ και καθίσαμε στο κυκλικό τραπέζι. Οι πέντε κριτές!!!!  Ήρθε κι ο αντιδήμαρχος. «Λοιπόν;» είπε ο αντιδήμαρχος. «Λοιπόν» είπα, «κύριε αντιδήμαρχε, εγώ δεν ήρθα εδώ σήμερα για να καταθέσω την πρότασή μου, αλλά για να παραιτηθώ από αυτή την επιτροπή». (Οι άλλοι όλοι κοκκίνισαν και κυρίως ο Σφυρίδης με τον Κάτο). Κιτρίνισαν. «Μα γιατί κύριε Υφαντή; Θα μπορούσατε να μου πείτε τον λόγο;». «Γιατί, ενώ είχα βαθμολογήσει τους κρινόμενους και καταγράψει τους λόγους για τους οποίους τους βάζω τον ορισμένο βαθμό, πήρα τηλεφωνήματα από τον κύριο Σφυρίδη και από τον κύριο Κάτο, να δείξουμε εύνοια σε κάποιο πρόσωπο, και να επιλέξουμε αυτό το πρόσωπο, αγνοώντας όλους τους άλλους. Τέτοιο πράγμα είναι απολύτως αντίθετο προς το ήθος μου. Και σίγουρα, αφού έγινε προς εμένα αυτή η πρόταση, σίγουρα θα έχει γίνει και προς την κυρία και τον κύριο εδώ» είπα, δείχνοντας την κυρία και τον κύριο που αποτελούσαν το τέταρτο και το πέμπτο μέλος της επιτροπής. «Ναι, δυστυχώς» είπε η κυρία, «έγινε και σε μένα αυτό το τηλεφώνημα». «Και σε μένα» είπε ο κύριος.

«ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΩΣΤΟ ΑΥΤΟ, δεν ήταν σωστό» είπε ο αντιδήμαρχος, «αλλά, πριν παραιτηθείτε κύριε Υφαντή, θα προτείνω κάτι. Είστε ο ποιητής της παρέας και πολύ καλός ποιητής. Θα έφτανε κατ’ εμέ να δεχτούμε όποιον αξιολογήσατε εσείς ως καλύτερο. Ελπίζω και οι άλλοι να το αποδέχονται. Και να σταματήσει εδώ το ζήτημα. Τι λέτε;» «Δεχόμαστε», είπαν όλοι οι άλλοι. «Αφού οι άλλοι δέχονται, δέχομαι κι εγώ» είπα. «Τότε το πρόβλημα τελειώνει εδώ, στέλνουμε στη Μπιενάλε της Βενετίας τον υποψήφιο που με κάθε προσοχή εσείς επιλέξατε. Όλοι εγκρίνουν τη δική σας επιλογή». «Εντάξει» είπα εγώ. «Πάρετε τον φάκελό μου»... Και, σηκώθηκα, χαιρέτησα κι έφυγα.

ΑΥΤΑ. ΑΛΛΑ ο «Ελεύθερος Τύπος», η χουντική εφημερίδα των Αθηνών, λίγες μέρες μετά, έγραφε: «Ο κομμουνιστής ποιητής της Θεσσαλονίκης Γιάννης Υφαντής, κατάφερε να στείλει φίλο του κομμουνιστή στην Μπιενάλε της Βενετίας κ.λπ κ.λπ.....».

ΠΕΡΙΤΤΟ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΜΑ ΟΧΙ ΠΕΡΙΤΤΟ, να πω ότι –ως προς την πολιτική- δεν ήμουν ποτέ κάπου ενταγμένος, κι ακόμη να πω, ότι δεν γνώριζα κανέναν  από τους υποψηφίους. Όταν μου είπαν για το δημοσίευμα, αγόρασα την εφημερίδα, τη διάβασα και τηλεφώνησα στον Σφυρίδη. «Κανένα πρόβλημα Γιάννη. Έλα το απόγευμα στο γραφείο μου, να πιούμε το καφεδάκι μας και να συντάξουμε μιαν επιστολή προς την εφημερίδα (την οποία επιστολή θα υπογράψουν όλοι) ζητώντας ν’ αποκαταστήσει την αλήθεια...».

ΠΗΓΑ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ. Συντάξαμε την επιστολή, ανέλαβε να την υπογράψουν οι υπόλοιποι και να τη στείλει, λέγοντάς μου ότι: «Δεν μπορούν, θα δημοσιεύσουν το γράμμα που τους στέλνουμε, ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια. Όσο για το άλλο, που σου προτείναμε την άλλη φορά , ήταν μεγάλο λάθος από μέρους μας, ενώ εσύ αντίθετα, πολύ καλά έκανες... Άλλωστε... αυτό θα πει αληθινός ποιητής... Όταν γίνει η δημοσίευση, Γιάννη μου, θα σε ειδοποιήσω...».

ΔΕΝ ΜΕ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ και για τίποτε. Δεν μου είπε κανείς για δημοσίευση κάποιας επιστολής που διέψευδε, όσα είχε δημοσιεύσει ο «Ελεύθερος Τύπος». Θέλετε κι επακόλουθα;

ΣΤΟ ΕΞΗΣ, όταν γινόταν κάποιο αφιέρωμα στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, πάντοτε εγώ απουσίαζα από το αφιέρωμα αυτό. Αφιέρωμα στα «Νέα», στο «Βήμα», στη «Θεσσαλονίκη», στην «Μακεδονία», στην «Ελευθεροτυπία»...

ΓΙΟΡΤΗ ΣΤΟΝ Πειραιά, Θεσσαλονικέων και Πειραιωτών ποιητών, πάντοτε απουσίαζα.
ΑΠΟ ΤΟ cd με Θεσσαλονικιούς ν’ απαγγέλουν ποιήματά τους, (αν και με κάλεσε στο στούντιο και απήγγειλα - Γιώργος Καλλιεντζίδης), εγώ απουσίαζα.

ΘΥΜΟΥΜΑΙ κάποιον φίλο να μου λέει: «Είχαν προχτές στα «Νέα», ένα αφιέρωμα στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Έψαχνα παντού να σε βρω, κοίταζα ξανά και ξανά, μην κόλλησαν τα φύλλα της εφημερίδας, και γι’ αυτό δεν σε βρίσκω. Τίποτε. Με παραξένεψε πολύ. Γιατί αυτό το θάψιμο;».

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕ Ο ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ στη Θεσσαλονίκη και παρουσίασε το βιβλίο του «Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς», ο Σφυρίδης σηκώθηκε και τον κατακεραύνωσε επειδή από τους νέους ποιητές περιελάμβανε στο βιβλίο του μόνο εμένα. Ο Κούρτοβικ του είπε: «Ακούστε κύριε Σφυρίδη, το θέμα είναι πολύ απλό. Για μένα, κι όχι μόνο, ανάμεσα στους νεότερους, μόνο ο Υφαντής είναι πράγματι ποιητής».





ΕΙΧΑ ΠΙΑ ΣΒΗΣΕΙ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Κι όταν κάποιοι βιβλιοπώλες ανάρτησαν φωτογραφίες στα βιβλιοπωλεία τους με τους συγγραφείς και τους ποιητές της Θεσσαλονίκης, μόνο εγώ απουσίαζα. (Ένας φίλος βιβλιοπώλης μια μέρα, βλέποντας να κοιτάζω τις φωτογραφίες χαμογελώντας, μου είπε: «Γιάννη μου, τι κοιτάς; Πρώτον εσένα είχα σκοπό να βάλω εκεί. Αλλά κάποια στιγμή, όταν σκέφτηκα αυτά που κάναν με τον «Λοξία» εξαιτίας σου, τρόμαξα. Μα τον έκλεισαν. Ο Κυπριαννίδης έμαθα σκέπτεται να το μετατρέψει σε ουζερί»).

ΟΝΤΩΣ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ πολύ τον Γιάννη Κυπριαννίδη με το πανέμορφο βιβλιοπωλείο του, επειδή δεν υπάκουσε στις συστάσεις τους, να σταματήσει την έκθεση των ΑΡΧΕΤΥΠΩΝ που μου έκανε. Λεπτομέρειες, που δείχνουν τον ηθικισμό, το φθόνο, την διάθεση να ελέγχουν τα πάντα, οι πτωχομαφιόζοι  της Θεσσαλονίκης, μπορεί να σας πει ο ίδιος ο Κυπριαννίδης. Ο οποίος μου έλεγε: «Δεν θα κατεβάσω τα έργα σου κι ας μην ξαναπατήσει κανένας εδώ. Θέλουν να μιζεροποιήσουν τη Θεσσαλονίκη, κάνοντάς την σαν τον εαυτό τους. Απίστευτο, αντίς να καμαρώνουν που υπάρχει στην πόλη τους ένας τέτοιος ποιητής, κάνουν σαν μαντρόσκυλα που δείχνουν όλη τη θρασυδειλία τους, μόλις βρεθούν αντιμέτωπα μ’ ένα λιοντάρι».

ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΥΤΟ ΓΙΝΕΤΑΙ στη Θεσσαλονίκη. Αυτός που για κάποιους σαν τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Πεντζίκη, τον Ασλάνογλου, τον Χριστιανόπουλο, τον Κρεσέντζο Σαντζίλιο, τον Στέφαν Γκέτσεφ, τον Ζαν Κλωντ Βιλλαίν, τον Κίμωνα Φράιερ, τον Ηλία Πετρόπουλο, τον Γκάτσο, τον Βρεττάκο,  κι εκατοντάδες άλλους, θεωρήθηκε ως ο πιο σημαντικός ποιητής* της Θεσσαλονίκης, έσβησε, δεν υπήρχε. Μέχρι και σήμερα κρατάει αυτό.

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ πέρασα θαυμάσια. Στη Θεσσαλονίκη, για 32 χρόνια, περπάτησε κι έγραψε, ένας πραγματικός, ένας πλήρως  ποιητής. Όμως, με κυνήγησαν σα φίδι, δύο κυρίως άνθρωποι, που ήλεγχαν την κατάσταση, μα όχι κι εμένα. (Ήλεγχαν την κατάσταση σ’ ένα επίπεδο κοινωνικό, αλλ’ αδυνατούσαν να αντιληφθούν το επίπεδο εκείνο στο οποίο υπήρχε ο πυρήνας του ποιητή, ώστε να τον βλάψουν. Ο Σφυρίδης, ο νεοδημοκράτης, (που ήλεγχε την ανθρώπινη περιοχή της Ν. Δημοκρατίας κι όχι μόνο). Και ο Μπάμπης Μπαρμπουνάκης (που ήλεγχε όλη τη νεολαία του ΠΑΣΟΚ, εντός κι εκτός Πανεπιστημίου). Με κυνήγησαν σαν γυναίκες που τις απέρριψα ερωτικά. Διότι και οι δυο αρχικά, μ’ «αγαπούσαν», πολύ!!!!





ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΦΥΡΙΔΗ, ΕΙΠΑΜΕ. Το μίσος του ξεκίνησε από το ότι, μ’ αυτό που έκανα, δεν τον εξευτέλισα έξω -διότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν αναφέρθηκα δημοσίως στο γεγονός- τον εξευτέλισα μέσα του. 

ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ, αυτός κάποια στιγμή (1978) ήθελε να ξεκινήσει δικές του εκδόσεις. Και ήθελε σώνει και καλά να ξεκινήσει μ’ εμένα, με το «Μανθρασπέντα» κι ας ήταν αυτή η δεύτερη έκδοσή του… Τα ξέρετε, τα ξαναέχω πει…Λοιπόν; Το ότι ο Σφυρίδης και ο Μπαρμπουνάκης φρόντιζαν να με σβήνουν από παντού, διόλου δεν με άγγιζε. Ούτε καν με απασχολούσε.

ΥΓ. : ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥΤΟ, μου έδωσε δημοσίευμα του Περικλή Σφυρίδη στο περιοδικό «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» της Κοζάνης. Όπου ο Σφυρίδης, αναρωτιέται, πώς είναι δυνατόν, ο μέγας Μίκης Θεοδωράκης και ο πολύ εκτιμώμενος από αυτόν Ντίνος Χριστιανόπουλος (με τον οποίο μάλωσε κάποια στιγμή, πιθανότατα συν τοις άλλοις και για μένα), να κάνουν το τεράστιο λάθος, να θεωρούν την σημερινή ελληνική κρίση, αποτέλεσμα συνωμοσίας ξένων κέντρων.

α) Είναι φυσικότατο που ο Σφυρίδης δεν αποδέχεται τα λεγόμενα του Μίκη περί συνωμοσίας.. Όταν εξ’ ιδίων γνωρίζει τη φθορά και την διαφθορά που προκαλούν στη χώρα άνθρωποι σαν τον ίδιο, γιατί ν’ αποδεχτεί ότι όλα τα κακά έρχονται εκ των έξω;

β) Είναι έν’ από τα κύρια χαρακτηριστικά του δεξιού  το ν’ απορρίπτει κάθε εναντίωση του Έλληνα προς εξωτερικές δυνάμεις. Διότι οι παραμορφωτικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. στη χώρα μας, του παρέχουν, το πολιτικοκοινωνικό εκείνο περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορεί αυτός ανέτως (και υπεράνω πάσης υποψίας) να βολεύεται και συνάμα, να προωθεί τους ανάξιους και να καταποντίζει τους άξιους, μεγάλην τιμήν λαμβάνων από τους ομοίους του, καριερίστες της αναξιοκρατίας και αριστεύοντες ως προς την δολοφονία ποιητών.

γ) Έγραψα όλα τούτα, έχοντας πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει στη χώρα μας, με τα θύματα, αν τολμήσουν να καταγγείλουν τους θύτες τους: Ξαναγίνονται θύματα, και μη όντας στον κύκλο της διαφθοράς, ουδείς τα υπερασπίζεται, ο δε θύτης, ξαναγίνεται θύτης, κι όντας στον κύκλο της διαφθοράς, πολλούς ομοίους του και υποτελείς του έχει να τον συνδράμουν.

δ) Γνωρίζοντας ότι το λεγόμενο «κακό», σε εμπλέκει στον άθλιο κόσμο του, αν ασχοληθείς μαζί του, δεν θα έκανα ποτέ μου αυτό το κείμενο. Όμως εντέλει το έκανα, διότι βλέπω με ανησυχία, στις μέρες μας, με την ευκαιρία της κατευθυνόμενης αυτής κρίσης , υποκείμενα με σαθρό βίο, να προσπαθούν να υποσκελίσουν τους άξιους που απέμειναν σ’ αυτό τον τόπο. Να διεκδικούν τον τίτλο του εκφραστή της σοφής και έγκυρης γνώμης... Δεν θα έκανα ποτέ μου αυτό το κείμενο. Όμως εντέλει το έκανα, διότι βλέπω με ανησυχία ότι στη χώρα μας, όπως το ξαναέχω πει, «τα όρη χαμηλώσανε κ’ οι κοπριές ψηλώσαν». Και βεβαίως, το ότι εσχάτως εμφανίστηκε ξανά, και με τόση ένταση, στην οθόνη του νου μου, η εικόνα της θαυμάσιας αυτής παροιμίας, διόλου μα διόλου δεν μου αρέσει.

ε) Έγραψα όλα τούτα, ΤΩΡΑ, ενώ παλαιότερα δεν τους έδινα σημασία. Σα να μην είχαν να κάνουν μ’ εμένα. Εύρισκα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης τον Περικλή ή τον Μπαρμπουνάκη και τους χαιρετούσα εγκάρδια, σα να μην είχε συμβεί τίποτε. Και για μένα αυτό το «εγκάρδια» ίσχυε απολύτως. Αγαπούσα όλους τους ανθρώπους, και για την κακία τους, δεν τους μισούσα, αντιθέτως, τους ευσπλαχνιζόμουν. Όσο για τον Κάτο, μ’ αυτόν συναντιόμασταν συχνά, συνήθως σε ουζερί και καφετέριες. Μετά το περιστατικό στο Δημαρχείο, στην συμπεριφορά του απέναντί μου, τίποτε δεν είχε αλλάξει προς το χειρότερο. Αντιθέτως μάλιστα, η εκτίμηση και η αγάπη του έκτοτε απέναντι στο πρόσωπό μου ήταν απεριόριστη.  Μου έλεγε, σκύβοντας κοντά μου, χαμογελώντας, και χαμηλώνοντας τη φωνή του, με ψευτοσυνωμοτική σοβαρότητα: «Είσαι ανυποχώρητος ρε πούστη. Εκεί, το δικό σου εσύ. Γι’ αυτό και σ’ αγαπάω. Γιάννη, πίστεψέ με, δεν υπάρχει άνθρωπος που να εκτιμώ και ν’ αγαπώ περισσότερο από σένα. Κι όσο για τα ποιήματά σου, γαμώ το, σκίζεις ρε κωλόπαιδο, μας έχεις βάλει όλους πόστα...».



ΥΓ. 2: ΕΞ’ ΑΛΛΟΥ ΕΓΩ, είμαι βαθύτατα διαποτισμένος από την πίστη ότι κανείς δεν επέλεξε να γεννηθεί τέτοιος που γεννήθηκε. Βεβαίως, οι άνθρωποι, ως επί το πλείστον, είναι κακοί. Αλλά είναι δική σου μαγκιά το να εντοπίσεις σ’ αυτούς το λίγο ή περισσότερο καλό που έχουν, να προσπαθήσεις να το ενθαρρύνεις, να το κινητοποιήσεις, ώστε να μπορείς να το κάνεις  παρέα. Διαφορετικά, θα είσαι υποχρεωμένος να ζεις, (ως επί το πλείστον), στην κόλαση.

___________________________________
*Θα είναι ανόητος όποιος νομίσει ότι μ’ όλα τούτα, διεκδικώ τον τίτλο του καλύτερου ποιητή της Θεσσαλονίκης. Έχοντας εξασφαλισμένο τον θησαυρό μου απ’ άστρα, κάνοντας καθημερινά παρέα με την Ουρανία, τ’ αηδόνια, τις πυγολαμπίδες, τις παπαρούνες, τον Όμηρο και τον Έλιοτ, τί να διεκδικήσω; Εγώ, είμαι αυτό που νομίζει ο καθένας, αλλά για μένα, κατά βάθος, είμαι το ύψιστο εκείνο που λέγεται ΤΙΠΟΤΕ.



                 ***

Η ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1:
ΠΕΡΙ ΤΟ 1986-87, Ο Β. Β., σε συνέντευξή του σ’ εφημερίδα των Αθηνών, όταν τού ζήτησαν ν’ αναφέρει τους δέκα σημαντικότερους κατ’ αυτόν σύγχρονους Έλληνες, από τον Ρήγα μέχρι τις μέρες μας, σ’ αυτούς τους δέκα σημαντικότερους Έλληνες (φαντάσου) είχε συμπεριλάβει και τον Υφαντή. Έκπληξη;  Από τη μεριά μου καμιά έκπληξη, διότι τω καιρώ εκείνω, οι «πάντες» μιλούσαν για τον Υφαντή. Εννοώ εξαιτίας των βιβλίων μου: «Μανθρασπέντα», «Ο καθρέφτης του Πρωτέα», «Μυστικοί της Ανατολής», «Αρχαία Έδδα» κι ακόμη, εξ’ αιτίας των άρθρων μου, στο ΒΗΜΑ,  σΤΑ ΝΕΑ, στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Το όνομά μου, αναφερόταν πάντα σχεδόν, κοντά στην φράση: «Μέσα μπορεί να μην πάμε καλά, αλλ’ έχουμε όμως μεγάλη ποίηση, και μάλιστα από νεότατους, όπως ο Γιάννης Υφαντής».
ΤΩ ΚΑΙΡΩ ΕΚΕΙΝΩ, ο Ιταλός πρέσβης Κρεσέντζιο Σαντζίλιο, ζητά από τον Ρίτσο ένα όνομα νέου Έλληνα ποιητή, για να τον μεταφράσει στα Ιταλικά, και ο Ρίτσος χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, λέει, τον Υφαντή. Τω καιρώ εκείνω, ο Βούλγαρος ποιητής Στέφαν Γκέτσεφ, ζητά από τον Ελύτη ένα όνομα νέου Έλληνα ποιητή, για να τον μεταφράσει στα Βουλγάρικα, κι ο Ελύτης χωρίς καθόλου να το σκεφτεί, λέει, τον Υφαντή. Τω καιρώ εκείνω ο Ιατρόπουλος στο ΕΘΝΟΣ και ο Γεωργουσόπουλος σΤΑ ΝΕΑ, διαμαρτύρονται εντόνως που απουσιάζει από τα σχολικά βιβλία ο «θαυμάσιος ποιητής Γιάννης Υφαντής».
ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ, θα μπορούσα να εκπλαγώ, για το ότι ο Βασίλης με περιλαμβάνει στους 10 σημαντικότερους Έλληνες, από την εποχή του Ρήγα έως τις μέρες μας; Όχι.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2
ΑΛΛΑ, ΝΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, από κάποια στιγμή και μετά, αρχίζουν και θολώνουν: Έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο μου ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΣΗΜΕΙΑ. Που για τον Ηλία Πετρόπουλο είναι ό, τι καλύτερο έχω γράψει. Που γι’ αυτό το βιβλίο μου η Μαραγαρίτα Καραπάνου, με ξυπνά στις 3 τη νύχτα, τρεις ή τέσσερις φορές μέσα σ’ ένα μήνα, για να μου πει ότι δεν το αντέχει, τόσο πολύ της αρέσει. Που γι’ αυτό το βιβλίο μου, έρχεται νέος άνθρωπος από την Κρήτη, (ο έξοχος Δημήτρης Στεφανάκης) να μ’ επισκεφτεί και να μου πει ότι το ξέρει όλο απ’ έξω...
ΚΙ ΟΜΩΣ, ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΥΤΟΥ, κάπου ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί η ανθολογία του Β. Β., ΛΥΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, με ποίηση από τον Ρήγα μέχρι τις μέρες μας. Η οποία περιέχει τους πάντες, εκτός από τον Υφαντή. Τους πάντες περιέχει, ακόμη και τον ανθολόγο Β. Β. Και δεν εμπιστεύτηκε τον εαυτό του ο Βασίλης στο εγχείρημά του αυτό. Έχει και τους συμβούλους του, τους βοηθούς του, που τους αναφέρει στον πρόλογό του και πολύ τους ευχαριστεί για την τεράστια συμβολή τους… στη συνενοχή. Ανάμεσά τους είναι:
Μένης Κουμανταρέας, Γιάννης Κοντός, Σάμης Γαβριηλίδης, Θανάσης Καστανιώτης, Μάγδα Κοτζιά, Βαγγέλης Λάζος, Κάτια Λεμπέση, Παναγιώτης Μουλάς, Μανώλης Μπουζάκης, Χριστόδουλος Φυτράκης, Κώστας Χατζηδουλής, Στρατής Φιλιππότης, Σταύρος Πετσόπουλος, Μιχάλης Μεϊμαράκης, κ.λπ.




ΥΣΤΕΡΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΙΑ έκλειψη του ονόματός μου. Ανθολόγοι που έφτιαχναν ανθολογίες, δεν με περιελάμβαναν πια, τα σχολικά βιβλία με αγνοούσαν, τα κρατικά βραβεία (όπως πάντα) μ’ αγνοούσαν, η τηλεόραση μ’ αγνοούσε. Από τη ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ, που ήταν εντέλει το αντίθετο του ονόματός της, όπως ήταν φυσικό, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα περιοδικό, καμιά εφημερίδα. Μόνον ένας. Αυτός που πάντα σε κρίσιμες στιγμές, όπως τότε στο Πολυτεχνείο...: («Πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε, ενώ σκοτώνουν τα παιδιά σας;»). Μόνον αυτός που είχε να πει και ήξερε πώς να το πει. Πίναμε καφέ στο ΦΙΛΙΟΝ. Μπήκε ο Β.Β. κι έπιασε μια γωνιά στο βάθος. Τότε σηκώθηκε ο Δημήτρης και πήγε μπροστά του και του είπε τα εξής: «Καλά, γαμώ την παναγία μου, πήγες κι έφτιαξες ολόκληρη ανθολογία μαζί με τ’ άλλα τα τσογλάνια και τον μόνο που δεν έβαλες είναι ο Υφαντής; Δηλαδή, γεννήθηκ’ επιτέλους ένας αληθινός ποιητής σ’ αυτή τη χώρα, και πάτε να τον θάψετε; Και μετά, αναζητάτε τάχα μου, το ποιος σκότωσε τον Λαμπράκη;... Γαμώ το καντήλι μου...».
Ο Β.Β, ΑΦΗΣΕ την εφημερίδα, έβγαλε το τσιμπούκι του, και, χαμογελώντας, σχεδόν γελώντας, άρχισε να το σκαλίζει και δεν έλεγε τίποτε, ούτε κοιτούσε προς τον Παπαχρήστο. Ύστερα ο Δημήτρης επέστρεψε στο τραπέζι μας, κάθισε και μου λέει σιγά, μα πολύ θυμωμένος: «Φίλε, δεν είναι καλό σημάδι αυτό. Να μου το θυμηθείς. Σήμερα εξοντώνουν τους ποιητές, αύριο θα εξοντώσουν όλη την Ελλάδα... Τα μουνόπανα!...»}}

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3:
ΠΕΡΑΣΑΝ ΑΥΤΑ. ΦΤΑΝΟΥΜΕ ΣΤΟ 2003: Το Υπουργείο Πολιτισμού και το Ε.ΚΕ.ΒΙ., εν όψει της Ολυμπιάδος που ήταν να γίνει ένα έτος μετά, διοργανώνουν στους Δελφούς και στην Ολυμπία, φεστιβάλ ποιήσεως με καλεσμένους απ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Παίρνω ειδοποίηση-πρόσκληση. Να επιλέξω και μερικά ποιήματά μου διότι (λέει η πρόσκληση) θα διαβάσω τόσο στους Δελφούς όσο και στην Ολυμπία.
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ στην Αθήνα, στο «Κάραβελ». Ανοίγω το πρόγραμμα. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι πρόεδροι Β. Β. και Τ. Π. (;), αποφάσισαν.... οι Έλληνες ποιητές κάτω των 60 ετών...(είμασταν κάπου έξι), να μην διαβάσουν ποιήματά τους!
ΑΦΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ ΟΙ ΠΡΟΕΔΡΟΙ, τί να κάνουμε; Εγώ βεβαίως, όπως σε κάθε φεστιβάλ, έχω μαζί μου πέντε, δέκα ποιήματα, μεταφρασμένα στ’ Αγγλικά και στα Γαλλικά, για να τα μοιράσω στους ξένους ποιητές.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ αυτά ενθουσιάζουν τους ξένους ποιητές και κυρίως τον Ινδό κύριο Πάνικερ, τον Ρώσο κύριο Βοσνισένσκι και δύο ανθρώπους της Ιταλικής Τηλεόρασης, που μου πρότειναν, μόλις φτάσουμε στην Ολυμπία, να γυρίσουμε ένα δοκιμαντέρ, για την Ιταλική Tηλεόραση.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΟΛΥΛΟΓΩ, ο Βοσνισένσκι, με συνχαίρει, κρατώντας μου το χέρι, ίσως για τρία συνεχή λεπτά. Σ’ αυτά τα τρία λεπτά, ρωτά να μάθει γιατί δεν με είδε, δεν με άκουσε, ν’ απαγγέλω. Του λέω τον λόγο. «Εξωφρενικό» λέει ο Βοσνισένσκι. «Εξωφρενικό. Αλλά.... εγώ, δεν θα το αφήσω να περάσει έτσι αυτό. Αύριο, Γιάννη, θα ζητήσω 15-20 λεπτά για μένα. Θ’ανέβω στο βήμα και θα καλέσω εσένα και την όμορφη κυρία που σε συνοδεύει, να διαβάσετε τα ποιήματά σου αυτά στα Ελληνικά, στα Αγγλικά, στα Γαλλικά...Εξωφρενικό!». Ξαναλέει.
ΗΜΟΥΝ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΕΝΟΣ, είμασταν ενθουσιασμένοι, εγώ, η Βάσω και η Αριάδνη, που με συνόδευαν. Όχι τόσο γιατί θα διαβάζαμε ποιήματά μου, αλλά για την ύπαρξη τέτοιων ανθρώπων σαν τον Βοσνισένσκι. («Αυτό θα πει ποιητής» λέγαμε).
ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, ξεκινούν οι απαγγελίες, περιμένουμε, τίποτε. Ρωτούμε για τον Βοσνισένσκι. «Έπαθε κάτι το στομαχικό, δεν ξέρουμε τι ακριβώς...και τον στείλαμε ευσπευσμένως, μεσάνυχτα, στην Αθήνα....». Μωρέ; Ναι;

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4:
ΑΛΛΑ, ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ της Ιταλικής Tηλεόρασης, ήσαν καταχαρούμενοι που θα πάμε στην Ολυμπία και θα γυρίσουμε το δοκιμαντέρ. Πήγαμε στην Ολυμπία. Μ’ ένα, δυο, τρία λεωφορεία, δεν θυμάμαι. Κι ενώ οι άλλοι εξεναγούντο, εγώ και οι Ιταλοί γυρίζαμε το δοκιμαντέρ. Απήγγειλα ποιήματά μου κι απαντούσα στις ερωτήσεις τους, σε διάφορους χώρους (που πρότεινα εγώ είτε πρότειναν αυτοί). Ήσαν κατενθουσιασμένοι με το αποτέλεσμα. Το δοκιμαντέρ θα προβαλλόταν στην Iταλική Tηλεόραση, λίγες μέρες πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα.


ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΑΡΓΑ, εγώ έφυγα για το Αγρίνιο (είχα φύγει πια από την Θεσσαλονίκη) κι όλοι οι άλλοι έφυγαν με λεωφορεία και Ι.Χ. για την Αθήνα. Τί συνέβη στη διαδρομή Ολυμπίας-Αθηνών; Πού να ξέρω; Πάντως οι άνθρωποι της Iταλικής Tηλεόρασης, οι τόσο πολύ ενθουσιασμένοι με τα ποιήματά μου και με ό, τι κάναμε, δεν επικοινώνησαν ποτέ μαζί μου…
ΚΑΙ ΤΩΡΑ; Τώρα ξεκινάς με ηπειρώτικο θρήνο, που τον χαμηλώνεις σιγά σιγά και πριν σβήσει τελείως, αρχίζεις ν’ απαγγέλεις (ή και να ψιθυρίζεις) το παρακάτω ποίημα του Σεφέρη. Και λίγο πριν το τέλος του ποιήματος, ανεβάζεις ξανά, σιγά-σιγά, τον ηπειρώτικο θρήνο, αφήνοντάς τον ν’ ακούγεται, για λίγα λεπτά, για ώρες, για μήνες, για χρόνια….
«Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια.
Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων.
Εμείς που τίποτε δεν είχαμε, θα τους διδάξουμε, τη γαλήνη».

______________
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ:
Μπρος στον μεγάλο δημοκράτη Θάνατο και μέσα στο Καθαρό Πνεύμα, βασιλιάδες και δούλοι, διάσημοι κι άσημοι, υποστηριζόμενοι και μη υποστηριζόμενοι, θύματα και θύτες, απογυμνώνονται και γίνονται ακριβώς αυτό που πράγματι είναι. Ο Μπλέικ λέει:
«Σε ξέρει μόνο αυτός
που αφέθηκε να τον  εξαπατήσεις».

Ας το αλλάξουμε λίγο:

«Σε ξέρει μόνο αυτός
που αφέθηκε να τον εξαφανίσεις».

Αυτά ο Μπλέικ, αλλά με τον καιρό, (που όλα τα καλύπτει κι όλα τα ξεσκεπάζει)  σε ξέρουν κι όλοι εκείνοι που ενδιαφέρονται για την αλήθεια:

Κατ’ αρχήν: Θα έκανε ποτέ, ένας πραγματικός συγγραφέας ή ποιητής (Καζαντζάκης, Ελύτης, Ρίτσος, Μάρκες,
Έλιοτ,  Χέμινγουέι, Σεφέρης, ) αυτά που έκανε ο Β.Β. στον Υφαντή;  Όχι βεβαίως. Ποτέ.

Κι ο Β.Β. πώς μπόρεσε και το έκανε; Γιατί απλούστατα (παρά την φήμη που κέρδισε καταγράφοντας-
αντιγράφοντας μια πραγματική, συγκλονιστική υπόθεση), ο Β. Β. δεν έχει καμιά σχέση με το επίπεδο ενός συγγραφέα ή ενός ποιητή. Ανήκει σ’ ένα άλλο επίπεδο, εκείνο των δημοσιογράφων.

Μου είπε κάποτε ο Γιάννης: «Πενήντα φορές, μ’ έχουν στήσει, μ’ έχουν εξαπατήσει, μου φέρθηκαν δολίως, δημοσιογράφοι (που με παίνευαν, που με αποθέωναν) αλλά, συγγραφέας ή ποιητής (τι περίεργο!) ποτέ δεν μ’ έστησε, ποτέ δεν μ’ εξαπάτησε, ποτέ!».

«Παντού πετούν πεπονόφλουδες  Γιάννη μου, για να τις πατήσουμε, αλλά τουλάχιστον έχουμε την ευτυχία να ξέρουμε πως αυτό δεν το κάνουν ποτέ ποιητές» λέει ο Γιάννης Ρίτσος.

Βεβαίως οι εξυπνοηλίθιοι θα λένε και θα ξαναλένε, ότι ο Β. Β. είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας μας, διότι, μετά τον Καζαντζάκη είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας, κ.λπ. κ.λπ.

Άλλίμονό μου αν μετρούσα τα πράγματα της ζωής, την ίδια την ζωή, με το μέτρο των εξυπνοηλιθίων.  Αλίμονό μου!

Στην πραγματικότητα, αυτή την πραγματικότητα που μόνο ο Θάνατος και το Καθαρό Πνεύμα απογυμνώνουν, ο Β.Β. χωρίς το Ζ, χωρίς το αντιγραμμένο αυτό συγκλονιστικό γεγονός, δεν θα μπορούσε ποτέ να βγει από τα σύνορα της Ελλάδος. Μάρτυράς μου η συνειδητοποιημένη εμπειρία πολλών ερωτευμένων με το βιβλίο ανθρώπων και κυρίως η δική μου: Ποτέ (μ’ εξαίρεση το Ζ), ποτέ δεν μπόρεσα να προχωρήσω πάνω από τρεις σελίδες μέσα σε βιβλίο του Β. Β.
Αλλά η ζωή, τι σου είναι αυτή η Ζωή! Σπρώχνει τον κάθε άνθρωπο («σχεδόν ανεπαισθήτως») ν’ αποκαλύψει με τον καιρό, αυτό που πράγματι είναι, ενώ αυτός κοιμάται ήσυχος μέσα στα φύλλα συκής και στις …δάφνες του.  Αυτό που πράγματι είναι. Γιατί «στην αγορά της βρίσκεις νομοθέτας» (στην αγορά της Ζωής είτε της Πόλεως των Ιδεών) «που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης».
Ο Β.Β. χρησιμοποίησε τη φήμη (την κάλυψη, το κύρος, τη δύναμη) που κέρδισε από την καταγραφή των όσων συνέβησαν γύρω από την δολοφονία ενός ήρωα για να δολοφονήσει εντέλει έναν ποιητή.
( Έναν ποιητή ο οποίος σύμφωνα με την αρχική ομολογία του Β.Β. είναι ένας από τους δέκα σημαντικότερους Έλληνες, από τον Ρήγα Φεραίο κι εντεύθεν. Έναν ποιητή που εφημερίδα του Λονδίνου το 2004, τον κατέτασσε ανάμεσα στους 15 σημαντικότερους εν ζωή ποιητές του κόσμου).   
Μα, να τον δολοφονήσει, για ποιον σκοπό; Με τον σκοπό (όσο κι αν σας φαίνεται απίστευτο) να μην έχει πλέον η χώρα τούτη (όπως από δεκαετίες το προγραμματίζουν τ’ αφεντικά του Β.) μια ξεχωριστή, δυνατή, ακαταμάχητη φωνή, ώστε η φτωχοποίησή της, η ταπείνωσή της κι εντέλει η υποδούλωσή της, να είναι ευκολότατη.


Ναι, όπως μήνυσε και ο Πέρσης Σατράπης στον τύραννο Πολυκράτη, τα στάχυα που προεξέχουν πρέπει να κόβονται.
Έτσι, για μένα, ο Γκοτζαμάνης, που κουρδισμένος από χούλιγκαν εθνικιστές κι άλλα παγκόσμιας εμβέλειας γεωπολιτικά συμφέροντα, σκότωσε έναν ήρωα, είναι λιγότερο ένοχος από τον Β.Β. που με πλήρη συνείδηση προσπάθησε να δολοφονήσει έναν έξοχο ποιητή.
Και τα λέγω τούτα, βλέποντας μες από το Καθαρό Πνεύμα (Θησέας, Αχιλλέας, Οδυσσέας, Λεωνίδας, Αλέξανδρος, Παλαιολόγος, Κατσαντώνης, Διάκος, Κολοκοτρώνης, Λαμπράκης, Σαρτζετάκης,  Παναγούλης) που θέλει τον χωρικό να μην σκύβει το κεφάλι, να μην μένει βουβός, όταν ο πρίγκιπας του βιάζει τον μικρό του γιο. Ναι, το Καθαρό Πνεύμα, θέλει, λέω, τον αδικημένο χωρικό, έτοιμο ν’ αρπάξει τον πρίγκιπα από το γιακά και να του σπάσει το κεφάλι πάνω στον τοίχο της Ύβρεως.

                  ***


ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΑΡΩΝΙΤΗ – ΥΦΑΝΤΗ

(Τετράχρονο αγοράκι της Συρίας θανάσιμα τραυματισμένο: 
«Θα σας μαρτυρήσω όλους στο Θεό, όλα θα του τα πω»)

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΑΠΟ  τα μπαράκια της Διαγωνίου που προς το μεσημεράκι του Σαββάτου (10-12) ήσαν πήχτρα: «Τι κάνεις τώρα Γιάννο;» μου είπε ο Μαρωνίτης. «Έμαθα ετοιμάζεις καινούργια συλλογή. «Ο καθρέφτης του Πρωτέα». Πολύ καλός τίτλος. Αν χρειαστείς κάτι, καμιά διόρθωση, ορθογραφική, δεν λέω ποιητική, εγώ εδώ είμαι. Και χαμογελώντας, μ’ εκείνο το εωσφορικό, γλυκόπικρο, πανέμορφο χαμόγελό του: «Και ποιητικές διορθώσεις βεβαίως κάνω, αλλά εσύ δεν τις χρειάζεσαι… Γιάννη μου, ξέρεις τι ηδονή είναι να βρίσκεις λάθη στον Σοφοκλή; Γιατί πράγματι έχω βρει λάθη στον Σοφοκλή…». Πάλι το ίδιο χαμόγελο και τα τσιγάρα ένα κοντά στο άλλο.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ήταν που μου πρότεινε να κάνουμε μιαν ανθολογία της “Γενιάς του '70”. “Ένας φιλόλογος κι ένας ποιητής, ώστε να είμαστε δυνατοί μπρος στην κακή φάρα όχι των ποιητών βεβαίως αλλά των δήθεν που είναι και οι περισσότεροι. Νομίζω πως χρειάζεται μια ανθολογία. Έχω βαρεθεί ν’ αλωνίζουν ξετσίπωτα τον χώρο αυτόν ο Ζήρας κι ο Παπαγεωργίου, με στόχο την ισοπέδωση, την αλλοίωση, την μείωση ή την εξαφάνιση των άξιων. Εσένα λόγου χάριν (που μαζί με τον Πούλιο σας θεωρώ τους καλύτερους), σ’ έχουν εξαφανίσει….”.

“ΕΝΤΑΞΕΙ» ΤΟΥ ΕΙΠΑ “Μίμη, αλλά πρόσεξε, όχι φιλίες και γνωριμίες κι εκπτώσεις. Αυτός
που έχει είκοσι καλά ποιήματα, να μπει και με τα είκοσι ή έστω με τα δέκα, τα πέντε. Αυτός που έχει οχτώ να μπει και με τα οχτώ ή έστω με τα πέντε. Αυτός που δεν έχει κανένα καλό, να μην μπει καθόλου”.

ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ” είπε ο Μαρωνίτης. “Κάνε εσύ τη δική σου ανθολόγηση να κάνω κι εγώ τη δική μου, ύστερα ανταμωνόμαστε κι επιλέγουμε... Θα παίξουμε... Ωραίο παιχνίδι δεν είναι;”. “Συμφωνώ”. Γελάσαμε. Χωρίσαμε.

ΕΚΑΜΑ ΕΓΩ ΤΗΝ ανθολόγηση κ’ ύστερα ανταμωθήκαμε για “να παίξουμε”. Εγώ έκαμα όπως είπαμε. Αυτός μου έφερε 33 ποιητές, που στον καθέναν αναλογούσαν 3 ποιήματα. “Επειδή αρέσουν ιδιαιτέρως σ' εσάς τους ποιητές κάποιοι αριθμοί σαν το 33” μου είπε. “Πάρε εσύ τη δική μου ανθολόγηση κι εγώ τη δική σου. Τις μελετούμε και τηλεφωνιούμαστε για το παιχνίδι. Εντάξει;”. “Εντάξει”.

ΠΗΡΑ ΕΓΩ ΤΗΝ ανθολογία του Μαρωνίτη και την βρήκα απαράδεχτα εξισωτική και άδικη. Τρία ποιήματα ο Πούλιος τρία κι ο τρεχαγύρευε που δεν είχε ούτε ένα καλό ποίημα. Τηλεφωνηθήκαμε, ανταμωθήκαμε, του είπα τη γνώμη μου. Μου λέει:

“ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΥ η ανθολογία που διάβασες είναι του Γαραντούδη, ενός φοιτητή, ενός ας πούμε βοηθού μου. Σκέφτηκα πως ίσως πρέπει να βάλουμε νερό στο κρασί μας, γιατί, αν βάλουμε την δική σου επιλογή, με την οποία συμφωνώ απολύτως, θα μας σκοτώσουν. Ήδη προανήγγειλα δημοσίως την ανθολογία που θα κάνουμε κι άρχισαν να τροχίζουν τα μαχαίρια τους. Δεν αντέχουν τον καθρέφτη, τον τρέμουν, ιδιαιτέρως τώρα που αυτό τον καθρέφτη θα τον κρατεί ένας Μαρωνίτης κι ένας Υφαντής”.

“ΜΙΜΗ» ΤΟΥ ΕΙΠΑ “ή κάνουμε το σωστό (κι όποιον πάρει Χάρος) ή τίποτε”. Ο Μίμης σκέφτηκε λίγο και ύστερα είπε: “Ας το αναβάλουμε τότε Γιάννη μου, ας το αναβάλουμε και βλέπουμε. Πάντως πολύ ευχαριστώ που δέχτηκες να συνεργαστούμε”. “Κι εγώ ευχαριστώ Μίμη που επέλεξες εμένα για μια τέτοια συνεργασία....”.

ΕΤΣΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ η υπόθεση ανθολόγησης της “Γενιάς του '70” από Μαρωνίτη και Υφαντή”.

ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΕΤΑ, ο μαθητής του Μαρωνίτη, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο κι ο ίδιος,
εξέδωσε μιαν ανθολογία (εκδόσεις «Μεταίχμιο», από την οποία λείπει, ποιος άλλος; Ο Υφαντής. Έτσι ο πρώτος για τον δάσκαλο, δεν έγινε απλώς ο έσχατος για τον μαθητή, αλλά, μηδενίστηκε. Κι εντέλει, ερήμην αυτού του δολοφόνου («η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί»), ο Υφαντής απέκτησε το σχήμα του Μηδενός, το τέλειο σχήμα του κύκλου, το μόνο σχήμα που μπορεί να υπογραμμίσει την τελεία, απ’ όπου όλα αρχίζουν.


 ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ

{{{ Ο ΥΦΑΝΤΗΣ ΕΣΧΑΤΩΣ χρησιμοποιεί συχνά τη φράση “πνευματικός επαρχιωτισμός”. Είναι δική του φράση. 
{Με τον καιρό οι λέξεις και οι φράσεις οι γεννημένες από τον Υφαντή έγιναν κάμποσες: Χριστιανοφασίστες, γκομενοπαγίδες, εξυπνοηλίθιοι, γλωσσικά υβρίδια, μανταμσουσουδισμός (είναι δικό του αυτό; Δεν είμαι σίγουρη), πνευματικός νανισμός, πνευματικός νεοπλουτισμός, πνευματικός επαρχιωτισμός}. Αλλά τί είναι ο “πνευματικός επαρχιωτισμός”; Καλύτερα να το πω μ' ένα παράδειγμα βγαλμένο από την πραγματικότητα που ζούμε:
ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΗ ΤΟ περασμένο Σάββατο στη Σταδίου, είπα να μπω στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ. Εκεί πέφτω πάνω σε μιαν ανθολογία κάποιου Γαραντούδη που όπως με πληροφόρησαν, εκτός από κακοποιός είναι και καθηγητής Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο. Ανοίγω κι έλειπε ο Υφαντής. Να λοιπόν που η “κακοτεχνίη” πήρε τη ρεβάνς. Να λοιπόν που ο Ρίτσος ο οποίος έλεγε “Γιάννη μου είσαι αληθινός ποιητής και θα σε πολεμήσουν πολύ” επαληθεύτηκε.
ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣ, ένας οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει μιαν ανθολογία και να βάλει μέσα εκεί, όποιον του γουστάρει. Ο καθηγητής όμως που διδάσκει Νεοελληνικά, δεν πληρώνεται από τον ελληνικό λαό για να κρύβει την πραγματικότητα, αλλά για να φανερώνει την πραγματικότητα. Δεν πληρώνεται για να σβήνει τους άξιους αλλά για να τους αναδεικνύει. Αλλιώς να παραιτηθεί ή να τον παραιτήσουν. Και η διανόηση της χώρας πού είναι; Μόνο ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, α ναι, και Πετρόπουλος και Χριστιανόπουλος, τόλμησαν ν' αναφέρουν δημοσίως αυτή την άλλη όψη του Υφαντή, αυτήν της μανιώδους αποσιώπησης που υφίσταται. Ναι, αυτό είναι ο πνευματικός επαρχιωτισμός. Το να σβήνει ένας τάχα μου καθηγητής, να σβήνει μιαν εδελέχεια της Νεοελληνικής Ποίησης και οι άλλοι να συνεχίζουν να τον αποδέχονται ως καθηγητή των Νεοελληνικών, σα να μην έκαμε τίποτε το μεμπτό. Κανένας φοιτητής να μην διαμαρτύρεται για την κακοποίηση, για τον φόνο. Κανένας πολίτης. Ναι, αυτός είναι πνευματικός επαρχιωτισμός. Και πώς να βγει η χώρα από την κρίση όταν αυτός ο πνευματικός επαρχιωτισμός αντίς ν' αποδυναμωθεί, να εξαλειφθεί, διαρκώς πολλαπλασιάζεται και δυναμώνει; Μα τούτη είναι η χειρότερη μορφή κρίσης που περνά η χώρα. Το κόψιμο των σταχυών που ξεπερνούν τ' άλλα στάχυα. Η μέθοδος των τυράννων. Η μέθοδος των φασιστών. Η μέθοδος των φασιστών με μάσκες εξεχόντων δημοκρατών. Τι το χειρότερο από αυτό;
ΓΥΡΙΣΑ ΘΥΜΩΜΕΝΗ στο σπίτι. Είπα στον Γιάννη το τί συνάντησα στην έξοδό μου στο κέντρο της Αθήνας.
“Είναι απολύτως φυσικό να συμβαίνει αυτό” μου λέει ο Γιάννης. “Βγήκαν όλοι οι μεγάλοι μας κι όλοι που πράγματι είχαν φωνή και με ξεχώρισαν. Ήταν φυσικό, ύστερ' απ' αυτό, ήταν φυσικό να συσπειρωθούν οι μέτριοι, οι δόλιοι, οι ψεύτικοι, οι δυστυχείς ψεύτικοι, τα βαμπίρ. Τα βαμπίρ που ζουν διδάσκοντας τάχα μου Σεφέρη ενώ είναι παιδιά εκείνων που έσβηναν τον Σεφέρη και ζούσαν με το αίμα του Παλαμά. Δεν έχουν αρχή και τέλος αυτά. Κοίταξε μέσα στην ιστορία τί γίνεται. Από τη μια γενιές ποιητών κι από την άλλη γενιές φιδιών. Αλλά, για να σε παρηγορήσω και να γελάσουμε κιόλας, να που, ενώ μιλάς, έχω ήδη αρχίσει να σκαρώνω εδώ ένα ποίημα, γι' αυτόν που σου έκανε ανήθικες προτάσεις αυτού που πήγες. Που άφησε το βιβλίο του εκεί για να το δεις, σίγουρος ότι θα σωπάσεις, όπως κάνουν όλοι οι όρθιοι νεκροί αυτής της χώρας. Σε μισή ώρα, μια ώρα το πολύ, θα έχεις ποίημα σου λέω. Αφού σ' ενόχλησε τόσο αυτός ο τύπος, εγώ θα του δώσω να καταλάβει. Ενόχλησε τη γυναίκα μου, προσέβαλε τη μούσα μου, στενοχώρησε τη νύμφη μου, δεν είναι λίγο πράμα...”.
Και πράγματι ο Γιάννης σε μισή ώρα, μια ώρα, έκαμε το ποίημα. Επαληθεύοντας αυτό που μου είπε κάποτε: “Κανέναν μην κακολογούμε. Όλοι τους είναι ευεργέτες μας. Ξέρεις πόσα ωραία ποιήματα έφτιαξα χάρη σε κακούς ανθρώπους που θέλησαν να με βλάψουν; Πολλά”}}}.

ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ

Καθηγητής” σου λεν “αυτός” και δος του να πληρώνει
τον αρχιβλάκα ο λαός που φοιτητές στραβώνει.

Δολοφονεί τους άξιους κι ούτε ζημιά ούτε γάτα
γιατί κανείς δεν τού 'σφιξε τη χαλαρή γραβάτα

να μάθει ο κάθε μίσθαρνος που ποιητές σκοτώνει
πόσο κουτό είναι να φοράς  χρωματιστή αγχόνη.

*
Αλλά να πούμε του βλακός απλά την ιστορία
όπως από επίσημα την πήραμε αρχεία:

Ο Γαραντούδης έκαμε μίαν ανθολογία
για να μπορέσει κάποτε να 'χει την ευτυχία

να βλέπει πως ο Υφαντής είναι παντού σβησμένος
και από ξένους κι Έλληνες είναι λησμονημένος.

Έτσι απ' το Ταυ πήγε στο Φι και με αφήκεν έξω
απ' τη ρημάδα του κι εγώ τώρα πρέπει ν' αντέξω

μόνος μου αυτά τα γεύματα (νέκταρ και αμβροσία)
που ανήξερη μου σέρβιρε η φίλη αθανασία.

Κι ο Σολωμός πώς άραγε θα τον αποκαλούσε
τον Γαραντούδη και γι' αυτόν πώς τάχα θα μιλούσε;

Τσίμπλα γουρούνας”, θα 'λεγε, είναι, “σπυρί της σκύλας”
μυγόχεσμα” ή και “σκατό στη σόλα μιας αρβύλας”.

Τί θά 'λεγαν ο Βάρναλης, ο Ρίτσος κι ο Ελύτης
τί θά 'λεγε ο Σικελιανός, ο μέγας μυροβλύτης

αν έβλεπαν το αλφάβητο νά 'ναι ορφανεμένο
όντας απ' τ' ομορφότερο γράμμα του στερημένο;

Ναι, τό 'σβησε ο αγάμητος το Ύψιλον που οι ξένοι
Υ γρέκουμ τ' ονομάζουνε γιατ' είναι πεπεισμένοι

ότι του Δία είν' αυτό το κύπελλο που μπαίνει
ανάμεσα στα δύο ν και τ' άγιο νΥν σημαίνει.

*
Στο 3.000 είμαστε. Πώς πέρασεν η ώρα!
Τι είστε οι Γαραντούδηδες  μες το Μεγάλο Τώρα;

Γίνατε σκόνη ή μείνατε σκουλήκια που σκουλήκια
τρώτε δικά σας έχοντας των τάφων τα τσιφλίκια;}}.


Η ΓΚΡΙΖΑ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΝΤΙΜΑΡΩΝΙΤΗ - ΑΝΤΙΥΦΑΝΤΗ

Σ’ ένα δημοσίευμά του σ ΤΟ ΒΗΜΑ ο Μαρωνίτης έγραφε ότι «ενώ οι παλαιότεροι ποιητές μας (και κυρίως Καβάφης, Παλαμάς, Σικελιανός, Καζαντζάκης, Σεφέρης, Ρίτσος) έχουν διαρκή διάλογο με την ελληνική αρχαιότητα, από τους νεότερους, ο μόνος που συνεχίζει αυτό τον διάλογο είναι ο Γιάννης Υφαντής».

Το τι επακολούθησε (ύστερ’ από αυτή τη δημοσίως εκφρασμένη γνώμη του Μαρωνίτη) δεν θα το πω εδώ, ακολουθώντας την σοφότατη παροιμία που  προτρέπει: «να μην πιάνεσαι με τις μύγες γιατί θα σε πάνε στα σκατά». Προτιμώ ένα ποίημά μου για τον Αχιλλέα:

ΑΧΙΛΛΕΥΣ
(Θλίψη και μέγας δίκαιος θυμός)

εχθρός γαρ μοι κείνος ομώς Αΐδαο πύλησιν
ος χ’ έτερον μεν κεύθη ενί φρεσίν, άλλο δε είπη.
.…………………………………………………..

ληιστοί μεν γαρ τε βόες και τα ίφια μήλα
κτητοί δε τρίποδές τε και ίππων ξανθά κάρηνα·
ανδρός δε ψυχή πάλιν ελθείν ούτε λεϊστή
ούθ’ ελετή, επεί αρ κεν αμείψεται έρκος οδόντων.

Ιλιάδα Ι, 312-409

Εχθρός σε μένα είν’ αυτός, όσο του Άδη οι πύλες,
που άλλο κρύβει μες στο νου κι άλλο με λόγια λέει.
Κι αυτό που εγώ καλύτερο, κρίνω πως είναι, λέγω:

Χάρη δεν είχε πια για με, μάχες εγώ να κάμνω
κ’ ίσια να με αμείβουνε μ’ αυτόν που ’μενε πίσω,
ίδια τιμή να ’χει ο κακός μ’ εκείνον που αριστεύει,
ίδια τιμή ο άνανδρος με τον ανδρειωμένο.

Τίποτ’ εγώ δε βρίσκω να ’ν’, αντάξιο της ψυχής μου.

Ξαναποχτάς ως λάφυρα και πρόβατα και βόδια.
Ξαναποχτάς τους τρίποδες και τους ξανθούς τους ίππους.
Μα δεν ξαναποχτάς ψυχή ως λάφυρο ή κτήμα
όταν ξεφύγει απ’ τον πυκνό τον φράχτη των οδόντων.

                                                             Χίος, Ιούλιος του 1997




ΜΕ ΞΕΝΑ ΥΦΑΝΤΑ

Ένας άγνωστός μου ως τότε φοιτητής στη Θεολογική του Αριστοτελείου, (ο Γ. Β.) έκανε μια  μεταπτυχιακή εργασία πάνω στη σχέση της νεοελληνικής ποίησης και της ορθοδοξίας. Εκεί ανακάλυψε ότι μετά από κάθε δημοσίευσή μου σε περιοδικό ή έκδοση βιβλίου μου, ακολουθούσε μια λεηλασία της ποιήσεώς μου από «ομότεχνους». Έκαμε λοιπόν έναν κατάλογο αυτών των λεηλασιών και τον έστειλε στον Δημοσθένη Κούρτοβικ. Κάποια μέρα (διάβαζα τότε, κυρίως τις Κυριακές την «Ελευθεροτυπία», «το Βήμα», «τα Νέα») βλέπω στη μέση της «Ελευθεροτυπίας» δύο σελίδες με τον τίτλο «Με ξένα υφαντά». Όπου υπήρχε επιστολή του φοιτητή με τους κλεμμένους στίχους, τα ονόματα, τις ημερομηνίες, συνοδευόμενη από εκτενέστατο σχολιασμό του Κούρτοβικ.

Ακολούθησαν δημοσιεύματα σε πολλές εφημερίδες, μ’ έναν καυγά ανάμεσα στον Κούρτοβικ που υποστήριζε το δημοσίευμά του και με άλλους που υποστήριζαν την πνευματική κλοπή, με ποικίλους τρόπους και παραδείγματα. Επί ένα μήνα. Είχε βγει η αθλιότητα στην επιφάνεια. Κάποιοι με καλούσαν, μου στέλναν επιστολές και μου ζητούσαν να σταματήσω το κακό που εξευτελίζει «τα γράμματά μας». Κάποιοι με καλούσαν δημοσίως να πάρω θέση υπέρ των κλεπτών:  «Παρακαλώ θερμά τον θαυμάσιο ποιητή Γιάννη Υφαντή να τραβήξει λίγο τ’ αυτιά των φίλων του» (Κώστας Γεωργουσόπουλος).

 Ήταν ο καιρός που δεν ευκαιρούσα ν’ ασχοληθώ με όλα τούτα, όσο κι αν αυτό φαίνεται απίστευτο. Ήταν ο καιρός (για παράδειγμα) που ο Μάνος Χατζιδάκις με καλούσε, όταν κατέβω στην Αθήνα, να πάω σπίτι του, για ν’ ακούσω τις μελοποιήσεις που μου έχει κάνει, ώστε να προχωρήσει και να κάνουμε έναν δίσκο με τον τίτλο «Εις μνήμη Διονυσίου Σολωμού». Με καλούσε ο Μάνος μα εγώ του έλεγα, «Θα γίνει Μάνο κάποια στιγμή μη στενοχωριέσαι». Τόσο πολύ ήμουν δοσμένος στην ποίηση και στον έρωτα που όλα τ’ άλλα μου μοιάζαν δευτερεύοντα και τριτεύοντα. Εξάλλου, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου και την συνειδητοποίηση ότι είμαστε παροδικοί. Μέχρι που ο Μάνος πέθανε κάποια στιγμή κι εγώ δεν το πίστευα. Μα είναι δυνατόν; Δηλαδή, είμαστε τόσο εύθραυστοι, τόσο παροδικοί, ώστε να πεθαίνουν κι άνθρωποι σαν τον Μάνο;

Ναι. Κάποιοι πίστευαν (έχοντας εμπειρίες ξένες εντελώς προς την δική μου περίπτωση) ότι εγώ βρίσκομαι πίσω απ’ όλο αυτό. (Βεβαίως αν ήμουν πίσω από αυτό, θα έλειπαν από τη λίστα του φοιτητή δύο ονόματα τα οποία ποτέ μου εγώ δεν θα επέτρεπα να βρίσκονται ανάμεσα στα υπόλοιπα). Αλλ’ εγώ, ούτε πίσω από αυτό ήμουν, ούτε μ’ ένοιαζε για την όλη φασαρία που γινόταν). Ο ίδιος ο φοιτητής εξεπλάγη με την αδιαφορία μου και μου έλεγε, «τουλάχιστον βοήθησε λίγο εμένα και τον Κούρτοβικ, θα μας φάνε». «Μα» του έλεγα «εγώ ποτέ μου δεν ήθελα να μπλεχτώ με αυτούς, με όσα κι αν έκαναν εναντίον μου, είτε με κλοπές είτε με συκοφαντίες και αποσιωπήσεις. Δεν υπάρχουν για μένα αυτοί. Και ξαφνικά θα τους κάνω συνομιλητές μου; Γιάννη μου» του είπα «εγώ συνομιλώ μόνο με ανδρείους, πώς τώρα θες να συνομιλήσω μ’ αυτές τις σάπιες ψυχές;»

Κανείς δημοσίως δεν πήρε θέση υπέρ του Κούρτοβικ, εκτός από τον Μαρωνίτη που είπε σε μια
διάλεξή του : «Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα (με τα ξένα υφαντά) το οποίο οι ένοχοι έχοντας πολύ καλές δημόσιες σχέσεις προσπαθούν να το κουκουλώσουν με κάθε γελοίο τρόπο».

ΥΓ.: Βεβαίως, υπήρχαν και αυτοί που, μην εξετάζοντας αν είμαι ή όχι πίσω από αυτό που γίνεται,  αστειευόμενοι μου έλεγαν πολύ σημαντικά πράγματα: Γιώργος Σαββίδης: «Γιάννη μου, βλέπεις, στη χώρα μας, κινδυνεύουμε να γίνουμε γαλαζοαίματοι από τις πολλές αιμομιξίες». Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ: «Ρε συ, δεν το ξέρεις; Αυτοί που σε κλέβουν είναι οι πιο παθιασμένοι αναγνώστες σου». Κωστής Παπαγιώργης: « Γιάννη, είναι καταφανές ότι σε κλέβουν, αλλά να είμαστε ειλικρινείς: Κλέβουν αυτοί από σένα αλλά κλέβεις κι εσύ από τους θεούς».

___________
ΕΙΚΟΝΕΣ: 1. Ο βασιλιάς παπαρούνα ταξιδεύοντας με το καράβι του που είναι συνάμα κριός και δράκοντας  2. Θεσσαλονίκη, (1977).  3. Θεσσαλονίκη (1980). // 4. Γιάννης Ρίτσος. 5. Οι σύντροφοι βγήκαν να κάνουν ωτοστόπ. 6. Τσιμεντένιο πρόσωπο. //  6. Θεσσαλονίκη, (1989).  7. Κάτι συμβαίνει (Α). 8. Κάτι συμβαίνει (Β). 9. Κάτι συμβαίνει (Γ). // 10. Πορτραίτο του ποιητή. 11. Ο συνταγματάρχης των διαβόλων. 12. Οι σύντροφοι και πάλι. 11. Ο Μέγας Επόπτης.  12. Πρόσωπο της Ελλ. Κρίσης. 13. Ανησυχία. // 14. Ο χάρτης του Αναξίμανδρου. 15. Αχιλλεύς. // 16. Μνηστηροφονία. 17. Πελασγικόν .